Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΠΙΚΡΟΧΕΣΙΜΟ από την γιαγιά Σοφία


'' Γλυκοφάει και πικροχέσε''

Με λίγα λόγια αν θα ''φας'' τώρα καλά χωρίς να σκέφτεσαι τις συνέπειες,  θα τα ''χέσεις'' πικρά.
Ισχύει για οτιδήποτε γίνεται στην ζωή μας.
Χαιρόμαστε πρόσκαιρα και τιμωρούμεθα στο μέλλον.

Αυτό λοιπόν πρέσβευε και συμβούλευε η γιαγιά Σοφία του συμπατριώτη μας Κεφαλονίτη Παναγή Τζαούνη που είχε την ευγένεια να μου το στείλει, όταν του το ζήτησα!

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΒΑΡΥΣ ΚΙ ΑΣΗΚΩΤΟΣ

Βαρύς κι ασήκωτος κι αυτός έγιν' ο Κερκυραίος...
Δουλειές τρελές προκύψανε μέσα στσι γιορτάδες και δεν μπορεί μα θες λίγο να βοηθήσει!
Ενα αγιούτο ζήτησα ο τρελο Κεφαλονίτης για κάποιες λέξεις να μου πει να μάθω, τι σημαίνουν!
Ομως αυτός ασήκωτος σαν τούρκικος καφές με έβαλε στη θέση μου και όρντινο έδωκε αυστηρό να ασπεράτω...
Σκουζάτε μι Μεγαλειότατε ...δεν θα το ματακάνω...να ενοχλήσω Εσάς τον άρχοντα τση γνώσης...
Καλή Χρονιά περ τούτι...

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

ΘΥΜΑΜΑΙ ΜΙΚΡΟΣ...του Διον.Φλεμοτόμου

Θυμάμαι μικρός, στα πρώτα μετασεισμικά χρόνια, που γυρνώντας με το ποδήλατό μου σ' όλη σχεδόν τη Χώρα και προπάντων στα στενά της, γνώρισα πολλά από τα ελάχιστα σπαράγματα της παλιάς μου πόλης, αυτής που δεν πρόλαβα, μια και γεννήθηκα μετά το σεισμό, αλλά μου ήταν γνωστή από τις διηγήσεις των παλιότερων, που την είχαν χάσει.
 Ανάμεσα σ' αυτά, εκεί, κατά την Αγία Τριάδα, στο δρόμο της Στρατολογίας, έβλεπα σ' ένα μικρό οικόπεδο, μια κολόνα με μια εικόνα μέσα, που παρίστανε έναν Άγιο, που τον έτρωγαν λιοντάρια. Αργότερα αυτό χάθηκε, παραδομένο στο μπετόν και δεν ήταν το μόνο... 
Πολύ πιο μετά, όταν πρωτάνοιξα τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου, από το "Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο" του Ντίνου Κονόμου, κατάλαβα πως εκεί ήταν η εκκλησία του Αγίου Ιγνατίου, που κάποτε την είχε και η οικογένεια Καραμπίνη.
 Να γιατί καταντήσαμε ένας τόπος δίχως μνήμη!!!

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝΤΡΑ Θ'ΑΣΚΩΘΩ ΓΙΑ ΖΥΜΩΜΑ του Οθωνα Μιχαλά

Ο Τσάντος ο Τζάγκλας ανασκαλεύτηκε, κάτω από το στρωσίδι, στη στρώμνη του, με το πρώτο λάλημα του πετεινού.
 Τρίξανε τα τριτσέλια από το κούνημα. 
Με το 'να μάτι είδε, στη χαραμάδα π' αφήνανε τα σκούρα τση φανέστρας, κλεισμένα λιμπρέτο, ν' αχνοφεγγάει η τραμουντάνα. 
Εδωκε μια, με το κλιστσί του, στα ποδάρια τση συμβίας του, τση Μαρίας τσ΄Αγυριώτισσας, κατά πως τηνε καλούνε οι αποδέλοιποι.
- Μαρία; αναρωτήθηκε. Δεν ήτονε και σικούρος πως έτσι τηνε βάχτισε ο παπάς! 
Τονε πήρε η σκοτούρα του πρωϊού και ξανάκλεισε τα μάτια.
Η Μαριώ, γιατί Μαριώ τηνε λέγανε, τινάχτηκε σα να τηνε δάγκασε όφις. Εβαλε το ροκέτο, μια σάρτζα παναπεί καθημερνή, έδεσε τη μπροστέλα και το τζιπούνι κι έριξε από πάνω μια γιακέτα.
Εφερε μια γύρα το χέρι να σιγουρευτεί που τα μαλλιά τση ήτονε δεμένα στσι μέρζες, κι εβγήκε από το σπίτι.
Τράβηξε στο κοντράκι για την ανάγκη τση κι ύστερις μπήκε στο κουζινί, που, χαμηλό και αχυροφτιαμμένο ήτονε πλάι στο απαλάτι.
Σύμπισε την αθρακωνή κι έριξε λίγα τσουτσούδια λιήτσινα, ν' αρπάξει η στιά, στην ογνίστρα. Εβαλε ένα ξύλο κι από πάνω την πυροστιά και τη τηγάνα.
Εβγαλε από την πινιάτα τα ψεσινά τα λάχανα, τα περσευούμενα, με μία τρυπητή και τα σούρωσε.
Εριξε στη τηγάνα τότσο λάδι και δυο σκάρδες σκόρδο κι άμα τζιττζίριξε, έριξε τα λάχανα και μπόλικο πιπέρι.
- Αντραααα ακούστηκε η φωνή τση Μήτσενας, από την πλαϊνή αχυροκαλύβα π' ήτονε μισοφούντι.
- Αντρα, θ' ασκωθώ για ζύμωμα, μή θές να γαμίσεις;;
Η Μαριώ έφερε το χέρι στο στόμα σα να ντρεπούτανε για τούτο το πρωινό άκουσμα. Ενοιωσε να τση ανεβαίνει το αίμα και τα μάουλα τση αναψοκοκκινίσανε.
-Ωπωπώ, μονολόησε.
Τρίγια χρόνια παντρεμένη εδώ στο Ζυγωνό μα τα χούγια και το φέρεσται το Μεσιώτικο δεν το 'χε συνηθίσει ακόμα. Εκεί στ' Αγύρου, πο'χε μεγαλώσει, ήτονε αλλιώς μαθημένη.
Ακουσε τον άντρα τση, π' ασκώθηκε, κι επήρε δυο πινάκια να κενώσει το φαΐ. Το βαλε στην τάβλα.
- Καλημέρα τού'πε σαν εκειός αριβάρισε ...

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΚΟΝΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΝΤΣΟΛΟΣ

Γιορτάδες έρχονται και ο κόντες Αλοϊσιος κάθεται στεναχωρημένος στον παράδεισο. Νοιώθει μιαν αγκούσα στο στήθος...
Τέτοιες μέρες του λείπει η ίζολα.
Οι ρούγες...οι πλατείες...τα φιόρα...οι εκκλησίες...
Ο νόντσολος κάθεται δίπλα του. Σιωπηλός...
Τόσο σιωπηλός σαν τσι καμπάνες του καμπαναρίου τ'Αγίου.
Λυπήθηκε ο Θεός και τσου έδωκε δέκα πρετσιόζα μινούτα να κατέβουνε στο πλατύφορο.
Στα μαύρα ντυμένοι και οι δύο.
Ο κόντες με την βελούδινη μπέρτα και ο νόντσολος με το μαύρο ράσο.
Σε δευτερόλεφτα είναι εκεί...
Μπροστά στη στάτουα του Σολωμού!
Μα πούναι οι Αγιοι Πάντες; Τι πράμα είναι τούτο στην θέση τσου;
ΑΑΑ αυτό γράφει Δημαρχείο... Τι κεφάλα είναι ετούτη στη φανέστρα; Μια καραμπάτσα με βαμμένα μαλλιά...
Τι τηράει ο βλοημένος;
Ωχ...φροκάγια...παντού φροκάγια...
Πως τα κατάφερε να γίνει το Τζάντε σκουπιδότοπος;
Ελα μην αργούμε , φέξε μου με την τόρτσα να δω και πιό πέρα.
Ωχ τι γλέπω;
Ευτούνη είναι η πλατεία ρούγα μάτγια μου;
Αυτά είναι τα κάρα πούχουνε τώρα οι τρίβολοι; Τι άσκημα βόλτα είναι τούτα;
Ποιοί μασκαλτσόνοι το κάναν έτσι το νησί;
Βήμα δεν κάνω άλλο...
Τελέψαμε, δεν θέλω να δω άλλο.
Κορέτο στη ψυχή μου, μέρες γιορτινές...
Ουστ απεδώ δεούτελα. Άλλα αφήκανε οι αντενάτοι σας και άλλα θα αφήκετε εσείς!
Πάμε Σκοπιώτη μου...πάμε...
Ο,τι πεις αφέντη Δελλαδέτσιμα...Στσι προσταγές σου...

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

ΠΑΡΑΜΟΝΗ Τ'ΑΓΙΟΥ του Αντώνη Γαστεράτου

Όταν ήμουν μικρός, παραμονή τ´ Αγιού κοιμόμαστε με τα ξαδέρφια μου στου Μπριά. 
Γιόρταζε ο πατέρας τους, ο θείος Σπύρος αλλά και η εκκλησιά τ´ Αγιού απέναντι από το σπίτι.
 Η θειά τους η Χρυσούλα, αδερφή του θείου Σπύρου έφτιαχνε τέτοιες τηγανήτες.
 Ξυπνούσαμε από τις έξι.
 Η Χρυσούλα είχε έτοιμο το ζυμάρι, το τηγάνι στη στιά και έφτιαχνε τηγανήτες και πιτοπούλια για τη χάρη του και για τη γιορτή του αδερφού της του Σπύρου. 
Μας μάθαινε κι εμάς να τις πλάθουμε στα παιδικά μας χέρια και να τις φέρνουμε βόλτες γύρω γύρω για να πέσουν σωστά στο τηγάνι και να βγουν ωραίες και στριφογυριστές.
 Όταν έβγαιναν από το τηγάνι είχαν τέλειο σχήμα σαλίγκαρου. Έμπαιναν στην κατσαρόλα, πασπαλιζόταν με ζάχαρη και σκεπάζόταν.
 Μετά πηγαίναμε απέναντι στον Άγιο και τόμου βγαίνανε οι εκκλησιές τρέχαμε να φάμε τηγανήτες, ίσα εμείς και όλο το εκκλησίασμα.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Η ΣΚΑΛΑ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ του Σπύρου Μακροζωνάρη

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΓΙΑΛΛΙΝΑ
Ηταν Αύγουστος του 1959 γύρω στις ένδεκα η ώρα το πρωί ήταν μια πολυ ζεστή μέρα νταβανο έκανε . 
 Παίζαμε με μια μπάλα εκεί στην σκάλα του δημάρχου.
 Την πετάγαμε κλοτσιά στην θάλασσα και μετά πέφταμε βουτιά ποιός θα την φτάσει πρώτος .
 Σε κάποια στιγμή βρέθηκε περαστικός απο εκεί ο Καζιάνης ο ποδοσφαιριστής ο Γαρητσιώτης μεγάλη φίρμα της εποχής εκείνης ,ο οποίος παίρνει την μπάλα και της δίνει μια σουτάδα όπου και την έστειλε πολύ μακριά.
Βουτάμε εμείς και κολυμπώντας βλέπουμε να έχει πλησιάσει την μπάλα μας ένα κρισκράφτ με δύο κορίτσια όπου και είχαν βουτήξει στο νερό και έπαιζαν με την μπάλα.
 Οταν φτάσαμε και εμείς εκεί ακούσαμε που δεν μιλάγανε ελληνικά μεταξύ τους, αλλά αμέσως η μια από αυτές μας είπε ''γεία σας''. 
Ο φίλος μου ο Αλέκος την ρώτησε πως την λένε και απαντάει: ''Σοφία και η φίλη μου είναι ξένη την λένε Ντεζιρέ''.
Σας αρέσει το νησί;  την ρωτήσαμε...''εγώ έρχομαι συχνά η φίλη μου είναι η πρώτη φορά και της αρέσει παρά πολύ''.
Και που μένετε κορίτσια; τις ρωτήσαμε... και μας απαντάει η Σοφία , ''στο Μον Ρεπό'' .
Έκπληκτοι την ρωτάμε... ''είσαι η πριγκίπισσα Σοφία;;; 
-Είμαι η Σοφία... μας απάντησε.
 Αφού παίξαμε αρκετή ωρα , ήλθε η στιγμή που έπρεπε να φύγουν τα κορίτσια...
- τις βοηθήσαμε να ανέβουν στο κρισκραφτ και αφού χαιρετηθήκαμε, έφυγαν αυτές και εμείς κολυμπώντας επιστρέφαμε στην σκάλα .

Μια κλούβα είχε η αστυνομία όλη κι όλη η οποία και μας περίμενε μαζί με τρεις αστυνομικούς και όπως βγαίναμε από το νερό από τ'αφτί μάς έβαζαν στην κλούβα έναν-έναν.

Σε κάποια στιγμή μέχρι να βγει και ο τελευταίος από το νερό βλέπουμε το κρισκράφτ με τα κορίτσια να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα προς την σκάλα.
Οταν πλησίασαν λέει η Σοφία στους αστυνομικούς (οι οποίοι ήταν σε στάση προσοχής κάνοντας το σέβας ),  ότι τα παιδιά δεν μας ενόχλησαν καθόλου, εμείς θέλαμε να παίξουμε μαζί τους και σας παρακαλώ αφήστε τους.
Ετσι και έγινε και όπως έφευγαν τα κορίτσια εμείς ενθουσιασμένοι χειροκροτούσαμε...
 Μετά απο μερικές μέρες έτυχε να εργαστώ στο Μον Ρεπό ως βοηθός ηλεκτρολόγου σε κάτι δουλειές που κάναμε στο Παλάτι με τον Κώστα τον Τυχερό έψαξα μην τυχόν και την ξαναδώ αλλα αυτό δεν έτυχε.
Η Ντεζιρέ ηταν πριγκίπισσα της Νορβηγίας που έκανε καλοκαιρινές διακοπές στο νησί μας .