Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

ΕΝΑΣ ΑΚΡΙΤΑΣ ΘΩΝΙΩΤΗΣ του Γιάννη Κατέχη Τσέτσα

Όποιος νομίζει πως μπορεί,ας έρθει, περιμένω,
εδώ σε τούτο το νησί, το απομακρυσμένο.
Αυτός ο τόπος δύσκολος, μα μ 'έχει ξετρελάνει,
όμορφος μα και δύσβατος, εμένα όμως μου κάνει.
Στης θάλασσας το άπειρο, στου Ιονίου τις πύλες,
οι λίγοι που απομείναμε, φυλάμε Θερμοπύλες.
Των προπατόρων κόκαλα εδώ έχω θαμμένα,
δεν θα τ 'αφήσω μοναχά, στη λίθη ξεχασμένα.
Ίσως και νά' χει μοναξιά, χειμώνα ,καλοκαίρι,
μα μου κρατάει συντροφιά, της Όστριας το αγέρι.
Τόπους πολλούς ταξίδεψα μα ήταν αδειανοί
στην αγκαλιά τους μ' έκλεισαν, για πάντα οι Οθωνοί.
Ποιο νά' ναι αλήθεια πιο όμορφο μες τον Παράδεισό μας,
νά' ναι το Ηλιοβασίλεμα, η Δάφνη, η το Χωριό μας ?
Ακρογιαλιές με βότσαλα, δάση και μονοπάτια
που δεν χορταίνουνε ποτέ, να τα κυτούν τα μάτια.
Απ' ώδε επεράσανε, Κουρσάροι και Ναΐτες,
όμως τους αποδιώξανε, μια χούφτα από Ακρίτες.
Δεν σκιάχτηκαν, δεν δόλιασαν, ποτέ τους οι Θονιώτες,
τους Πειρατές με τα σπαθιά και με τις μαύρες μπότες.
Άγγλοι, Φραντσέζοι, Αλγερινοί, Δόγηδες Βενετσιάνοι,
λίγο καιρό αντέξανε σε τούτο το λιμάνι.
Ήρθανε και Αγαρηνοί ,του Μπαρμπαρόσα ασκέρι,
στο Καλοδίκι επέσανε από Θονιώτη χέρι.
Απ' το Τριέστε Ερείκουσσα κι απ' το Ότραντο Μαθράκι,
σαν Οδυσσέας που χάθηκα και ψάχνω την Ιθάκη.
Και ύστερα εξεπρόβαλε στην άκρη απ' το πανί,
η αγάπη μου η ατέλειωτη, οι όμορφοι Οθωνοί.
Μα είχε καιρό ,ναυάγησα, σκιστήκαν τα πανιά μου,
κι η όμορφη νύμφη Καλυψώ ,έκλεψε την καρδιά μου.
Χρόνια επτά περάσανε και έμεινα χαμένος,
μες την σπηλιά της Μάγισσας, τρελός και μεθυσμένος.
Ίσως να φταίει η Καλυψώ ,ίσως και το Φεγγάρι
που δίνω στ'΄Αστρα ραντεβού ,τα βράδια στο Φανάρι.
Μα ακόμα δεν βαρέθηκα, λες κι' είμαι μαγεμένος,
μάλλον με τούτο το νησί , θα' μαι ερωτευμένος...
Categories:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου