Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ

Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τους δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες για την συμπαράστασή τους στο ιστολόγιο μου και τους φίλους που φιλοξένησα τις εργασίες τους.
Η Επτάνησος Πολιτεία υπήρξε ένα διαδικτυακό κίνημα με έντονο χρώμα και ΑΠΟΨΗ!
Αυτό το τελευταίο ενόχλησε πολλούς και πολλές!
Είχαν μάθει οι δυστυχισμένοι να συναγελάζονται με ανθρώπους χωρίς άποψη και πίστεψαν ότι τους χαλάω την πιάτσα των μετριοτήτων στην οποία ανήκουν!
Θέλω να ευχαριστήσω τα ιστολόγια που με φιλοξένησαν κατά καιρούς,γεγονός που με τίμησε ιδιαιτέρως!
Το ionianpress, το kefaloniatoday, το vlahatasamis, το lefkada.at
και τον πρώην Δήμαρχο Ιθάκης Τηλέμαχο Καραβία!
Θέλω ακόμα να ευχαριστήσω την κ.Κατερίνα Γρηγορίου πρόεδρο των απανταχού Ιθακησίων,τον σοφό κ.Διονύση Φλεμοτόμο που μας γνώρισε την Ζάκυνθο,την εξαιρετική κ.Ελένη Χάρου που μας γνώρισε τα Κύθηρα,τον κ.Θοδωρή Γεωργάκη που μας έμαθε τόσα πράγματα για την Λευκάδα,τον Κερκυραίο ευπατρίδη κ.Γιώργο Καλούδη που μάχεται για την Επτανησιακή ταυτότητα μας και που με τίμησε με την πρόταση του να πολιτευτώ στο ψηφοδέλτιο του στις περιφερειακές εκλογές του 2014.
Θέλω να ευχαριστήσω την κ.Δημήτρια Φωκά, τον κ.Μάκη Μεταξά και τον καθηγητή 
κ.Τάσο Γερμενή για την ηθική συμπαράστασή τους.
Ακόμα τον Κυθήριο ποιητή κ.Γιώργη Δρυμωνιάτη.
Τέλος θερμές ευχαριστίες στο μεγάλο κανάλι IONIAN CHANNEL για την φιλοξενία του και για τον αγώνα που κάνει.
Εύχομαι ολόψυχα σε όλους και όλες ένα καλύτερο 2015 για τα νησιά της καρδιάς μας και για την Ελλάδα!

Γρηγόρης Μαρκέτος 
παιδίατρος
Πάτρα
εκ Φερεντινάτων Πυλάρου Κεφαλληνίας

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ του Διον.Φλεμοτόμου

Μια πρακτική συμβουλή, την οποία είχαν βρει οι παλιές ζακυνθινές νοικοκυρές. 
Για να γίνει η τρύπα στην μέση της χριστουγεννιάτικης κουλούρας και για να μπορέσει απ' αυτήν να χυθεί πάνω στην φωτιά το λάδι και το κρασί, για να κρατηθεί το αντέτι, τοποθετούσαν στην μέση του ταψιού ένα άδειο κουτί από γάλα ή άλλη κονσέρβα, ανάποδα και γεμάτο νερό. Λύση πρακτική, γιατί η κουλούρα δεν πρέπει να έχει εμφάνιση κέικ...

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Η ''ΧΑΡΑ'' ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ του Γιώργου Σκλαβούνου


Η εφημερίδα της Καποδιστριακής «αντιπολίτευσης» Απόλλων , ομολογεί απερίφραστα την συνωμοσία υμνεί τους δολοφόνους και αναγγέλλει παύση της κυκλοφορίας, εφ΄ όσον ο σκοπός της έκδοσης επετεύχθη.
ΑΠΟΛΛΩΝ
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ
Ύδρα 6 Οκτωβρίου
Άλλαξεν ήδη οκτάκις η Σελήνη τας περιοδικάς της φάσεις, αφού κατά πρώτον επιχειρήσαμεν του Απόλλωνος την έκδοσιν εις Ύδραν. Της συστάσεως του ο κύριος σκοπός ήτον η εκπόμπευσις των αυθαιρέτων της Καποδιστριακής Κυβερνήσεως πράξεων, αι οποίαι δι’έλλειψιν της δημοσιότητος έμενον τρις ολοκλήρους χρόνους εν σκότει και παραβύστω. 
Εν ΄η δυστυχής Ελλάς έπασχε τυραννουμένη φρικτά, η Ευρώπη αγνοούσα τα δεινά της εθεώρει ίσως μακρόθεν μακαρίαν την κατάστασίν της, διότι εκ μονομερών πληροφοριών επίστευε ή εφαίνετο τουλάχιστον πιστεύουσα ότι εκυβερνάτο από Βασικτώνα και όχι από Νέρωνα ή Καλιγούλαν. Το προσωπείον τελοσπάντων έπεσε. Αι δε ρυτίδες και ασχημίαι του κεκαλυμμένου προσώπου εις την φυσικήν αυτών κατάστασιν εκτεθείσαι εξέπληξαν το παν, έφεραν την οποίαν δικαίως έπρεπε να ΄φερουν φρίκην εις τους θεατάς.
Οποίαι αλλόκοτοι σκηναί δεν μας επαρουσιάσθησαν αφ’ης ώρας εμβήκαμεν εις τον αγώνα της υψηλής εφορίας των εν Ελλάδι γινομένων, και του κηρύγματος της αληθείας δια της βροντοφώνου σάλπιγγος του τύπου !
 Οποίαι τρομεραί πράξεις δεν εσωρεύθησαν μια κατόπιν της άλλης έμπροσθεν μας, πράξεις, αι οποίαι εφοβέριζαν να κλονίσουν εκ θεμελίων την πολιτικήν Κοινωνίαν, να θάψουν βαθειά βαθύτατα την ελευθερίαν εις την γην, ήτις πρώτη εγνώρισε και επερίθαλψε την θυγατέρα ταύτην του Ουρανού! Καλεσμένοι εξ επαγγέλματος παριστάθιμεν εις τας πρώτας ακλόνητοι μεν, με συναίσθησιν όμως πάντοτε ζωηράν των προσβολών διήλθαμε δε και τας δευτέρας επιμόνως, ΄χωρίς να αφήσωμεν καμμίαν ανεξέλεγκτον και απόμπευτον . πλην τις ή ώφέλεια, όσον ημείς εστηλιτεύαμεν, τόσον το κακόν επροχώρει, τόσον πλέον εκορυφούτο. Ποτέ η βία και ο δόλος, φοβερές της ανθρωπότητος μάστιγες, δεν εδείχθησαν, εις τοιούτον επιτάσεως βαθμόν, καθώς την τελευταίαν ταύτην εποχήν εις τους κόλπους της ταλαιπώρου Ελλάδος.
 Δια της χρήσεως αυτών των δύο μέσων η άκαμπτος ενός Τυράννου θέλησις επάλαιε, κατεφρόνει , και εδάμαζε την γενικην θέλησιν του έθνους, αναγκαζόμενην που μεν να σιωπά διόλου, που δε να εκφράζεται αντιφατικώς προς την ενδόμυχον πεποίθησιν εκάστου, και αλλού τελοσπάντων αφού ειλικρινώς εκφράσθη να κηρύττεται παλινωθείσα, αυτή εαυτήν να καταδικάζη (α)
Εις τοιαύτην ήσαν τα πράγματα οικτράν κατάστασιν, τοιούτος των πολιτικών σχέσεων ο συμφυρμός, και τόσος της υπερισχύεως του αυθαιρέτου συστήματος ο κίνδυνος όταν μια στιβαρά χειρ , από θείαν τινά δύναμιν βέβαιο οδηγούμενη υπέρ της κοινής σωτηρίας, ήλθε να σβήση παραχρήμα τον χείμαρρον όλων των δεινών, και να διαλυση το χάος των αντιθέτων και αντιφατικών κινήσεων.
Η υψηλή απόφασις έγινεν εν ροπή οφθαλμού ο ΄Τύραννος εξέλιπε, και ούτως η πηγή, όθεν όλαι αι συμφοραί προήρχοντο, εστέρευσε μονομιάς. Η δε Ελλάς ελευθέρα σήμερον προσκαλείται να αναλάβη το πρώτον λαμπρόν ένδυμά της την θέσιν εκείνη, εις την οποίαν ο πόθος των ΄τεκνων της και των εθνών αι ευχαί την έχουν ανέκαθεν προωρισμένην.
Είπομεν ότι ο σκοπός της συστάσεως της παρούσης εφημερίδος ήτον η εκπόμπευσις της αυθαιρεσίας του Καποδιστριακού συστήματος.
 Ο σκοπός ούτος επληρώθη...
Oυδέ κανείς πλέον την σήμερον αμφιβάλλει, αφού ανέγνωσε τα παρ’ ημίν εις τοσούτων αριθμών σειράν εκτεθειμένα, πράγματα από χιλίων και μυρίων στόματα ομολογούμενα, ότι οδηγόν άλλον δεν είχομεν εις ταύτα παρά την αλήθειαν, μόνον την αλήθειαν, και εις κανέν άλλο τέλος δεν αποβλέψαμεν ειμή κτυπώντες του Τυρράνου και των οπαδών του τας πράξεις ν’ απαλλάξωμεν την Ελλάδα από την τυρρανίαν και προετοιμάσωμεν την οδόν της μελλούσης ευδαιμονίας της εις τας ακλονήτους της συνταγματηκότητος βάσεις στηριζομένης.
Αφού λοιπόν διετρέξαμεν πλήρες και ολόκληρον το στάδιον μας, αφού εκπληρώσαμε υπερακριβώς όσα η υψηλή θέσις μας επέβαλλε χρέη και εφθάσαμεν εις το τέρμα των αγώνων μας νομίζομεν ότι είναι καιρός πλέον να απεκδυθώμεν το βάρος, παραχωρούντες εις άλλους συνησιώτας μας, του λοιπού, την δια τύπου υπεράσπισιν των συμφερόντων της πατρίδος, καθήν στιγμήν ανοίγεται νέον χρυσών ελπίδων στάδιον..

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ του Διονύση Φλεμοτόμου

''Ο λαϊκισμός είναι χειρότερος και από την πανούκλα!''
άραγε αν φορέσουμε την στολή που φόραγαν οι γιατροί
για να εξετάσουν τους ασθενείς
θα γλυτώσουμε και μεις από το μικρόβιο
του ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΥΣ της Αναστασίας-Ανση Καρυώτη (Κέρκυρα)

Ακούστε τώρα τι είπε ο κ. Γιώργος Λίανης στην παρουσίαση του βιβλίου του για τον Βασίλη Τσιτσάνη.... "έχουμε ένα εθνικό ποιητή τον Διονύσιο Σολωμό (σωστά ως εδώ) και ένα εθνικό συνθέτη τον Βασίλη Τσιτσάνη"....
κ. Λιάνη εθνικός μας συνθέτης είναι ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος ο οποίος και συνέθεσε το Εθνικός μας ύμνο, βασισμένος στους στοίχους του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού...!!!! 
-Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω καθ' οιονδήποτε τρόπο τον μεγάλο συνθέτη Βασίλη Τσιτσάνη που έδωσε πολλά στο λαϊκό μας τραγούδι και μιλάει στις καρδιές όλων μας, αλλά να μην τα ισοπεδώνουμε και όλα, να ξέρουμε την ιστορία μας και να αποδίδουμε τα πράγματα και τους τίτλους όπως είναι και όχι όπως θέλουμε. 
Από εσάς τέτοια λάθη δεν επιτρέπονται..... Αυτά!!!!!!

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΛΩΤΟΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ της Κατερίνας Λέκκα

«Ο ΛΩΤΟΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ», της Κατερίνας Λέκκα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Μίνωας
Σελίδες: 608
Τιμή: 16 €

            Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο της αγαπητής συγγραφέως Κατερίνας Λέκκα που διαβάζω. Οφείλω να ομολογήσω πως κακώς δεν είχα διαβάσει τόσο καιρό βιβλία της και χαίρομαι πολύ που φρόντισα να προσθέσω στη βιβλιοθήκη μου δύο ακόμα δικά της, προηγούμενα, τα οποία σύντομα θα πάρουν τη σειρά τους για να διαβαστούν.
            «Ο Λωτός Της Αμαρτίας» είναι ένα άρτιο, καλογραμμένο μυθιστόρημα, ένα ‘οικογενειακό’ χρονικό, το οποίο δεν αφορά μόνο μία οικογένεια, αλλά μια ολόκληρη κοινωνία ενός νησιού. Οι αλήθειες που εκθέτονται από τη συγγραφέα είναι πανανθρώπινες και διαχρονικές, τα πάθη, οι έρωτες, οι περιπέτειες και η ευρηματική πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή έως το τέλος του βιβλίου και η γραφή εναλλάσσεται από λυρική σε ερωτική, από χιουμοριστική σε καυστική, από ρομαντική σε ρεαλιστική, χωρίς όμως να παύει να είναι μεστή και δίχως κανένα απολύτως ίχνος πλεονασμού.
            Όλα ξεκινούν σε ένα μικρό νησί του Ιονίου, τους Παξούς. Στην επαρχία, και κυρίως σε τέτοια απομακρυσμένα μέρη, οι τοπικές κοινωνίες είναι μικρές, ασφυκτικά δομημένες, με κύριους ‘πυλώνες’ τις ντόπιες αρχές, τον πρόεδρο, τον παπά, τον δάσκαλο και τον αστυνόμο. Αυτοί είναι ο κύριος πόλος έλξης γύρω από τους οποίους οι λιγότερο ‘σημαντικοί’ κάτοικοι διεξάγουν τις δικές τους ‘ασήμαντες’ ζωές. Οι ντόπιες αρχές οφείλουν κατά τα φαινόμενα να τηρούν αυστηρά τις αρχές τους και να αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση από τους απλούς ανθρώπους. Αμαρτήματα τα οποία μπορούν ευκολότερα να γίνουν ανεκτά στους απλούς πολίτες μιας κοινωνίας δεν είναι επιτρεπτά στους ανθρώπους με δημόσια αξιώματα. Τί συμβαίνει όμως όταν τα πάθη, τα παραπτώματα, οι παρατυπίες και οι αμαρτίες αποτελούν την καθημερινότητα μερικών από αυτά τα σημαίνοντα πρόσωπα; Πώς και για πόσο θα μπορούν να καλύπτουν την ‘λεκιασμένη’ καθημερινότητά τους και τις αμαρτωλές πράξεις τους, υποδυόμενοι τους άμεμπτους δημόσιους λειτουργούς του τόπου;
            Η Κατερίνα Λέκκα πλέκει ένα αριστοτεχνικό λογοτεχνικό ‘υφαντό’ όπου οι πολυάριθμοι χαρακτήρες – ήρωες ξεδιπλώνονται ψυχή τε και σώματι μπροστά στους αναγνώστες, μυώντας τους στην δημόσια και προσωπική ζωή τους. Ήρωες  όπως ο Αιμίλιος Γράψας, ο αμαρτωλός ιερωμένος που επιστρέφει μετά από χρόνια στη γενέτειρά του για να προκαλέσει χιονοστιβάδες αντιδράσεων και εξελίξεων στις τελματωμένες ζωές άλλων ηρώων, όπως της οικογένειας του αξιοσέβαστου προέδρου του νησιού, Μιλτιάδη Λιγνάδη. Ηρωΐδες όπως η πανέμορφη δεκαπεντάχρονη Ρωξάνη που ασφυκτιά στην περιορισμένη, προδιαγεγραμμένη και χωρίς συγκινήσεις ζωή του μικρού νησιού της και παρασύρεται σε ένα αμαρτωλό παιχνίδι το οποίο θα έχει απρόσμενες και οδυνηρές συνέπειες για την ζωή της. Χαρακτήρες όπως ο Μιχαήλ και ο Μιλτιάδης, η Λουΐζα και η Θεώνη, η Αλίς και η Ιζαμπέλ μένουν στους αναγνώστες αξέχαστοι, καθώς άλλοι διεκδικούν από τη ζωή όσα τους στέρησε άδικα και ερήμην τους, άλλοι πληρώνουν για τις ανομολόγητες αμαρτίες τους, άλλοι βρίσκουν επιτέλους ένα απάγκιο για να κουρνιάσουν, άλλοι βρίσκουν το σθένος να ανακτήσουν την χαμένη αίγλη τους και άλλοι αποφασίζουν να  σταθούν δυνατοί στα πόδια τους και δίπλα στους ανθρώπους που χρωστούν την ίδια την ύπαρξή τους.
            Η συγγραφέας μας ταξιδεύει από τους ήσυχους Παξούς του 1958 στην κοσμοπολίτισσα Κέρκυρα με την έντονη κοινωνική και πολιτική ζωή, από το καλλιεργημένο και σικάτο Παρίσι της δεκαετίας του ’60 και ’70 στη μαγευτική Ρώμη με τον μακραίωνο πολιτισμό. Οι ήρωές μας περιπλανώνται, αγωνίζονται, ματώνουν, πέφτουν και ξανασηκώνονται κι εμείς τους παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα, συμπάσχοντας μαζί τους και απαιτώντας για αυτούς άλλοτε την τιμωρία και τη Θεία Δίκη και άλλοτε τη δικαίωση και την εξιλέωση, ώστε να κερδίσουν το δικό τους κομμάτι ευτυχίας.
Η Κατερίνα Λέκκα, πέρα από την εκπληκτική πλοκή του εξαιρετικού μυθιστορήματός της, θίγει πολλά κοινωνικά, πολιτικά και θρησκευτικά ζητήματα. Κεντρίζει το μυαλό των αναγνωστών ώστε να  προβληματιστούν σχετικά με τα κακώς κείμενα στον πολιτικό στίβο, όπου ο απλός λαός εμπιστεύεται ανθρώπους πολλά υποσχόμενους για να δώσουν λύσεις στα προβλήματα που τον ταλανίζουν καθημερινά και μακροχρόνια και το μόνο που λαμβάνει είναι κούφιες υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, αφού συνήθως οι περισσότεροι πολιτικοί, ή πολιτευόμενοι, επιδιώκουν απλώς να βάλουν χέρι στον δημόσιο κορβανά εξυπηρετώντας μόνο το δικό τους όφελος και όχι αυτό των ψηφοφόρων τους.
 Θίγει φλέγοντα ζητήματα όπως αυτό των αντιπροσώπων της θρησκείας μας και κατά πόσο πραγματικά πρεσβεύουν και εφαρμόζουν στην πράξη οι ιεράρχες της σεπτής Εκκλησίας μας αυτά που διδάσκουν στο πιστό ποίμνιό τους. Η συγγραφέας καταπιάνεται με πολλά κοινωνικά θέματα και ταμπού, ειδικά εκείνης της εποχής όπου το «φαίνεσθαι» ήταν πιο σημαντικό από το «είναι» και όλοι, με κυριότερα θύματα τις γυναίκες, έπρεπε να προσαρμόζονται στα κοινωνικά πρότυπα της εποχής ‘παραχώνοντας’, έως ότου αυτοί να ξεχαστούν, τους πιο διακαείς πόθους τους.
Τέλος, μας επισημαίνει το αυτονόητο, που θα έπρεπε να έχουμε όλοι πάντα στο μυαλό μας: «τα φαινόμενα απατούν», είτε πρόκειται για ανθρώπους που, παρά το γεγονός πως μοιάζουν με αγγέλους επί γης, κρύβουν κάτω από την ομορφιά τους την διαβολική τους φύση, είτε πρόκειται για ανθρώπους που φαινομενικά είναι απόκληροι της κοινωνίας, αλλά στην πραγματικότητα διαθέτουν μια πολυσχιδή και απαστράπτουσα προσωπικότητα, αλλά και μια ουσιαστικά ενάρετη φύση.
            «Ο Λωτός Της Αμαρτίας» είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα – χρονικό το οποίο με ενθουσίασε, με ψυχαγώγησε, με προβλημάτισε, με σαγήνευσε και με δικαίωσε. Είναι ένα βιβλίο το οποίο σας προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε και για το οποίο αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στη συγγραφέα!   

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Όταν ο γοητευτικός αριβίστας Αιμίλιος Γράψας έφυγε από τους Παξούς για να αναζητήσει την τύχη του στην πρωτεύουσα, πολλοί ευχήθηκαν να μην ξαναγυρίσει.
Επτά χρόνια μετά, η επιστροφή του με την ιδιότητα του ιερέα στο πλευρό του μητροπολίτη Συμεών θα προκαλέσει κοινωνική αναστάτωση, καθώς ο Αιμίλιος είναι διχασμένος ανάμεσα στην αντρική του φύση και στις υποχρεώσεις της ιεροσύνης.
Ο Μιλτιάδης Λιγνάδης, πρόεδρος του νησιού, εθισμένος στον ποδόγυρο, στην εξουσία και στις οικονομικές ατασθαλίες, αναγκάζεται να φιλοξενήσει τον Αιμίλιο για να μην χάσει την πολιτική υποστήριξη του μητροπολίτη, όταν εκείνος του αναθέτει την επίβλεψη της αναστήλωσης των εκκλησιών του νησιού.
Η συνύπαρξη του Αιμίλιου με την ερωτεύσιμη γυναίκα του Λιγνάδη Θεώ­νη και την πανέμορφη κόρη του Ρωξάνη θα τον μετατρέψει σε άνθρωπο-χαμαιλέοντα προκειμένου να τις κατακτήσει, ανοίγοντας έναν κύκλο διαφθοράς, προδοσίας και αμαρτίας που θα τους παρασύρει από τα νησιά του Ιονίου μέχρι τη Ρώμη και το Παρίσι…

Ένα μυθιστόρημα για τον αέναο αγώνα του ανθρώπου με τον μεγαλύτερο εχθρό του, τον εαυτό του.»

πηγή:http://filoithslogotexnias.blogspot.gr

ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ του Γιώργη Δρυμωνιάτη (Κύθηρα)

Δεν ήταν δα και τα πρώτα Χριστούγεννα που θα τα πέρναγε μόνος. Δεκάδες χρόνια τώρα τον συντρόφευε η μοναξιά, ιδίως τις γιορτινές για τον άλλο κόσμο μέρες.
Σχεδόν μισούσε τις γιορτές των ανθρώπων. Γι’ αυτόν δεν ήταν γιορτές. Ήταν το αποκορύφωμα της συνεχούς λύπης, που έδερνε τη μοναχική ψυχή του.
Μα δεν ήταν εντελώς επιλογή του η μοναξιά. 
Η μοίρα του είχε φροντίσει γι’ αυτήν πιο πολύ από αυτόν.
 Σε παιδική ακόμα ηλικία είχε χάσει και τους δύο γονείς του. Ένα μοναχοπαίδι χωρίς γονείς, στην πιο ευαίσθητη ηλικία, μοιάζει σαν καρυδότσουφλο στον ωκεανό , σαν τρίχα από χάδι μες στους τυφώνες της ζωής. Γι’ αυτό και απεχθανόταν τις γιορτές, αν και του άρεσε να βλέπει τους άλλους ευτυχισμένους να γιορτάζουν. Δεν ζήλευε ,ούτε παραπονιόταν, απλώς απεχθανόταν. Όπως θα έκανε ο κάθε σοφός που θα βρισκόταν στη θέση του. 
Ο αδικημένος κι ανήμπορος, με ήττα της ύπαρξης μοιάζει.
Ο Χρήστος αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Οι δύο του γονείς ήταν από τους ανθρώπους εκείνους που ξεχώριζαν για την παιδεία τους ανάμεσα στο πλήθος. Όχι απλά μορφωμένοι,αλλά πεπαιδευμένοι με άριστη παιδεία, με βαθιά γνώση της φιλοσοφίας, με λατρεία για την ωραία μουσική, μα και για όλες τις τέχνες, με όλα τα γνωρίσματα του άλλου ανθρώπου, του σπάνιου, που ζει για να απολαμβάνει το όλον κάλλος της ύπαρξης κι όχι μόνο το φαϊ του στη ζωή του. 
Η Ιατρική και η Οικονομία ήταν οι δύο επιστήμες που είχαν διαλέξει και σπούδασαν. 
Από φτωχές οικογένειες προερχόμενοι, δεν είχαν κληρονομήσει το γονίδιο της φιλοχρηματίας. Εργάζονταν για να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή διαβίωση, υπηρετώντας όμως τις επιστήμες τους, στηριγμένοι πάνω στο φιλοσοφικό υπόβαθρο που τους έλεγε πως αυτές αποτελούν ναι μεν ένα μέσον για εξοικονόμηση από τον υπηρέτη τους των προς το ζην αναγκαίων, μα κυρίως αποτελούν το μέσον που θα οδηγήσει τον ρου της ανθρωπότητας σε ένα ανθρωπινότερο μέλλον. Και πως το ευ ζην το απολαμβάνουν κυρίως δια μέσου των τεχνών, που είναι η απόδειξη της ανωτερότητας του ανθρώπου έναντι των άλλων ζώων και η ένδειξη πως κάτι από θεότητα έχει αυτός μέσα του.
Τις ιδέες τους αυτές, εκτός μέσω των γονιδίων, με τα οποία προίκισαν το γιο τους, προσπάθησαν να του τις μεταδώσουν από τη νηπιακή ακόμα ηλικία και δια των έργων και του παραδείγματος. Καθώς η μητέρα του πάνω από την κούνια του τού διάβαζε παραμύθια του Αισώπου, ο πατέρας με το βιολί έπαιζε δίπλα τους τη σερενάτα του Σούμπερτ. Και ο μικρός Χρήστος σκιρτούσε μέσα στην κούνια του, χωρίς να αντιλαμβάνεται ακόμα με το νου, αλλά κατανοώντας πλήρως με τη μυστήρια εκείνη συναισθηματική νοημοσύνη των νηπίων, απολάμβανε με τη μικρή του ψυχούλα την εύνοια της τύχης.
Της τύχης που δεν θέλησε όμως να τον ευνοήσει ως το τέλος και να τον οδηγήσει στο φωτεινό μέλλον που προοιώνιζαν οι προσπάθειες των γονιών του. Αυτή η τύχη που έγινε κακή ξαφνικά κι ένα απέραντο σκοτάδι άπλωσε πάνω από την ύπαρξη τού εννιάχρονου αγοριού, όταν παραμονή Χριστουγέννων, πηγαίνοντας για να κάνουν γιορτές στο χωριό του πατέρα, μία νταλίκα γλίστρησε στο χιόνι, ξέφυγε από την πορεία της και χτύπησε μετωπικά το αυτοκίνητο τής μοιραίας οικογένειας.
 Από τα συντρίμμια ανασύρθηκε ζωντανός μονάχα ο Χρήστος.
Τραυματισμένος ελαφρά αυτός στο σώμα του , αλλά αθεράπευτα πληγωμένος στην ψυχή του.
 Ω, ποία τραγικότης, μπροστά στα μάτια ενός εννιάχρονου παιδιού να γίνονται συντρίμμια οι γονείς του!! Μαζί με τη ζωή εκείνων που του χάρισαν τη ζωή,κατέρρευσαν όλα του τα όνειρα, κατέρρευσε αυτή η ίδια η ζωή του. Και τα Χριστούγεννα από τότε αποτελούσαν το πιο μεγάλο βάσανό του. Διότι στο σπίτι του δεν έρχονταν ο ελπιδοφόρος αναγεννώμενος Χριστός, αλλά η ψυχρή και θλιβερή ανάμνηση του θανάτου. Κι οι θλιβερές αναμνήσεις είναι ισχυρότερες από οποιονδήποτε Θεό. Καθόλου δεν τον άγγιζε το επί γης ειρήνη και τ’ άλλα που υπόσχονταν στους ανθρώπους ο Θεάνθρωπος. Τίποτα ευτυχές δεν ήταν για εκείνον πια από τη μέρα την τραγική εκείνη. 
Κάθε Χριστούγεννα , εκείνος πέθαινε. Πέθαινε, προσωρινά μεν, αλλά πέθαινε.
Μόρφωση επίσημη άλλην δεν κατάφερε να πάρει στη ζωή του ο Χρήστος, αφού η γιαγιά που τον επιμελήθηκε ως τα δεκαοχτώ του, δεν μπόρεσε να του δώσει τα εφόδια για να πάει στο Πανεπιστήμιο, ούτε καν να μάθει μια τέχνη. Αλλά παρά το ό,τι αναγκάστηκε να γίνει αγρότης και να ζει από τα φτωχικά γεωργικά εισοδήματα που του απέφεραν οι αγροί , οι απομείναντες σε αυτόν αμανάτι μετά τον θάνατο της αγάπης, όμως τα γονίδια καθώς και τα πρώτα μαθήματα στη ζωή που του δόθηκαν από τους γονείς και τα φτωχογράμματα που έμαθε στο δημοτικό σχολείο, τον βοήθησαν να μην μείνει απαίδευτος. Η πλούσια βιβλιοθήκη που του έμεινε κι αυτή, μαζί με τους αγρούς, κληρονομιά από τους αδικοχαμένους, ήταν το εργαλείο της παιδείας του.Μέσα στην απόλυτη θλίψη, που δεν έλειψε ποτέ από τα στήθη του, καταφύγιό του ήταν η ανάγνωση. Στα εξηνταπέντε του χρόνια τώρα πια, είχε διαβάσει περισσότερο από μία φορά τον κάθε ένα τόμο , από τους εκατοντάδες τόμους αυτής της βιβλιοθήκης. Από λογοτεχνία και ιστορία, μέχρι ιατρική και αστροφυσική, από Θεολογία μέχρι ιστορία της τέχνης, από αρχαίους συγγραφείς μέχρι Νίτσε και Ντοστογιέφσκι, μα και Μπουκόφσκι ακόμα. Το ευρύ πνεύμα των απωλεσθέντων αγαπημένων, τα πάντα γύρω από το φως του είχε κληροδοτήσει.
Τούτα τα φετινά Χριστούγεννα ήταν ακόμα πιο λυπητερά γι’ αυτόν τον μοναχικό σπουδαίο άνθρωπο. Δεν ήταν μόνο οι οικονομικές του δυσκολίες και οι ανέχεια στην οποία ζούσε, γέρων πια,ένεκα των τεράστιων βαρών που του πρόσθεσε τούτα τα τελευταία χρόνια το ανάλγητο κράτος δικαίου μέσα στο οποίο ζούσε, με τους αβάσταχτους για τα μικρά του εισοδήματα φόρους επί της περιουσίας, επί του ελάχιστου αγροτικού εισοδήματος,με τα πρόστιμα από τα Δασαρχεία και τις πολεοδομίες και τους ασφαλιστικούς Οργανισμούς και τις άλλες εξουσίες που υπηρετούν την ανελευθερία των πολιτών, που του επιβλήθηκαν δι’ ασήμαντον αφορμήν, για μιρκοπαραβάσεις που έκανε, όπως η αλλαγή της στέγης του σπιτιού του, που έμπαζε νερά και που την έκανε μόνος του , δεν ήταν η δραματική μείωση της σύνταξης που επρόκειτο να πάρει από τον ΟΓΑ, δεν ήταν μόνο αυτά που τον έθλιβαν έως θανάτου. Ήταν και ο πόνος που ένοιωθε και για τους άλλους,τους γύρω του, τους θεωρητικά πιο βολεμένους από εκείνον, που αδυνατούσαν να ζήσουν αξιοπρεπώς πια, μέσα σ’ αυτό το σύστημα της φασιστοειδούς δημοκρατίας που καταρράκωνε κάθε στοιχείο προσωπικότητας και καθιστούσε ράκη ύπαρξης,ανελεύθερα κι υποδεέστερα όντα, δούλους της πολιτείας τούς πολίτες. Ήταν επίσης η απέραντη πίκρα που ένοιωσε, όταν αυτοκτόνησε ανήμερα του Αγίου Νικολάου, ο καλός του ο γείτονας, ο Νικόλας Πανάρετος, όταν κυνηγημένος κι απειλούμενος με δήμευση της περιουσίας του ένεκα μικροχρεών του προς το Δημόσιο και το ΙΚΑ, αποφάσισε να ορφανέψει τα πέντε ανήλικα παιδιά του και τη δύσμοιρη σύζυγό του χρησιμοποιώντας το σχοινί του κουβά και τη χαρουπιά στον κήπο τους. Έχοντας σαλέψει πλήρως το μυαλό του πια μες στις συνθήκες του ακήρυχτου πολέμου, κρεμόταν ως ένα αθώο χαρούπι κι αυτός από το δέντρο του κήπου του.
 Ο Χρήστος τον ξεκρέμασε.
 Και πέθανε κι αυτός κείνη την ώρα μαζί του. Βλέπετε ο πεπαιδευμένος άνθρωπος δεν πάσχει βασικά για τον εαυτό του, αλλά για την ανθρωπότητα. Κι ο Χρήστος ήταν ένας αληθώς πεπαιδευμένος και ξεχωριστός άνθρωπος. Κι όλα αυτά μαζί πλάκωναν μ’ ασήκωτο βάρος την ψυχή και τη ζωή του, που σχεδόν την είχε πια σιχαθεί, νιώθοντας εντελώς αδύναμος να αντισταθεί στη λαίλαπα και στους φορείς αυτής της καταραμένης για τον τόπο εξουσίας. Ο δυστυχής, είχε κι ένα ελάττωμα βαρύ. Ποτέ του δεν έκλαιγε. Διότι είχε εξαντλήσει όλα του τα δάκρυα τότε, στην παιδική του ηλικία, τότε, εκείνα τα Χριστούγεννα του θανάτου. Κι αυτό επιδείνωνε την κατάσταση. Όλος ο πόνος κάθονταν στην καρδιά του και την κατάτρωγε σαν σαράκι. Σαν δεν μπορείς να κλάψεις, φέρνεις το θάνατο πιο κοντά σου, έλεγε, μα δεν έκλαιγε.
Μαζί με τις καμπάνες που σήμαιναν αξημέρωτα τον ερχομό των Χριστουγέννων, χτύπησε κι ένα καμπανάκι ανησυχητικό για εκείνον.Ξημερώνοντας η μεγάλη γιορτή, ένας οξύς πόνος στο στήθος και μια έντονη ζάλη τον έκαμαν να σηκωθεί από το κρεβάτι. Δεν θα πήγαινε στην εκκλησία, έτσι κι αλλιώς ποτέ του δεν πήγαινε , γιατί εκείνος το Θεό του τον λάτρευε μέσα του και για κεριά τού χάριζε τη λάμψη των ματιών του. Θα περάσει κι αυτός ο πόνος είπε,τόσοι και τόσοι πέρασαν. Κι έμεινε στο σπίτι του, μόνος του με τις αναμνήσεις του πάλι μόνη συντροφιά του.
Καθώς ονειρευόταν τα Χριστούγεννα των οχτώ χρόνων του, τα τόσο υπέροχα εκείνα και τόσο γιορτινά Χριστούγεννα, τα πιο ζεστά Χριστούγεννα της ζωής του και τα τελευταία της ζωής των γονιών του, έντονα έσκασε στα ρουθούνια του η μυρουδιά του χριστόψωμου της μητέρας του. Ζυμωμένο με μέλι και γάλα, με καρύδια κι αμύγδαλα στολισμένο, με άρωμα γαρύφαλλου και κανέλας πλημμυρισμένο, ω Θεέ των Θεών και των ανθρώπων,γιατί του στέρησες την ευτυχία του χριστόψωμου εκείνου;
Ο πόνος στο στήθος του είχε ελαφρύνει πολύ και η ζάλη έφυγε. Τον σεβάστηκαν προσωρινά ενώπιον των πύρινων αναμνήσεών του. Άναψε το τζάκι κι έψαξε να βρει υλικά να φτιάξει ένα χριστόψωμο ίδιο με της μητέρας. Θα τα κατάφερνε με αρωγό του την αγάπη που δεν πέθανε ποτέ και τις αναμνήσεις τις μη φθαρτές. Θα έβαζε το χριστόψωμο στο τραπέζι και τις τρεις καρέκλες γύρω του, όπως τότε. Κι όταν απότρωγε, θα διάβαζε πρώτα το «Χριστό στο κάστρο» κι ύστερα θα έπαιζε στο βιολί του το « Άγια νύχτα». Θα τα έκανε όλα ίδια όπως τότε, μαζί μ’ εκείνους, χωρίς εκείνους. Θα ξαναζούσε τη χαμένη ευτυχία εν ερημία, μόνος του, αλλά με το πνεύμα τους μέσα του.
Το αγροτόσπιτο που ζούσε μοσχομύρισε ως πέρα από τη θεσπέσια μυρουδιά. Ένα υπέροχο χριστόψωμο είχε ψηθεί στο φούρνο τον παλιό που τον έκαψε με ξύλα και με φλογώδεις αναμνήσεις. Αχ μάνα…το χριστόψωμό σου ήταν εδώ σήμερα, είπε και την αναζήτησε πάλι πολύ. Την επικαλέστηκε. Η μάνα λείπει πιο πολύ από κάθε άλλον σ’ έναν ώριμο άντρα. Άνοιξε το κιτρινισμένο τετράδιο των ποιημάτων του και διάβασε για εκατομμυριοστή φορά το ποίημα που είχε γράψει για εκείνην στα είκοσι περίπου χρόνια του.
Εσύ που πάντα στέκοσουν
στης θάλασσας την άκρη
και μέτραες αστερισμούς
και έστελνες στους ουρανούς
ταριχευμένο δάκρυ,
τώρα δεν είσαι πουθενά,
μανούλα μου, ψυχή μου
και δίχως πια το δάκρυ σου
στέγνωσε η ζωή μου.
Στείλε μου την ανάσα σου,
στείλε μου λίγο ουράνια,
μανούλα που με άφησες.
Στείλε μου περηφάνια,
εσύ που πάντα στέκοσουν
στης θάλασσας την άκρη
και μέτραες αστερισμούς
και έστελνες στους ουρανούς
ταριχευμένο δάκρυ.
Πενήντα έξι χρόνια πριν ήταν πολύ καλύτερα. Αλλά και τώρα ήταν καλά. Κι ήταν στιγμιαία ευτυχής ο Χρήστος, μέσα στην αιώνια θλίψη του. Ήταν το παιδί που ωρίμασε μέσα στον πόνο, μα που με τη δύναμη της γνώσης τον πάλευε εσαεί. Που μακριά ζούσε από τους ανθρώπους, όμως ποτέ δεν έγινε μισάνθρωπος. Μόνος, αλλά μέσα στη σοφία των ανθρώπων ζούσε. Αγαπώντας όχι έναν, όχι μίαν, μα τους πάντες γύρω του, γιατί μόνο αυτό σημαίνει αγάπη. Χωρίς να μέμφεται την τύχη του που του στέρησε την αγάπη, την υπέρ πάντων μάλιστα,τη γονική αγάπη. Ήταν καλά μες στον έρημο κόσμο του.
Όμως όχι και τόσο καλά. Καθώς σκεφτόταν πως, σαν τον Χριστό, κάπως γεννήθηκε πάλι κι εκείνος, πως ξαναγεννήθηκε μέσα στην φάτνη των απωλεσθέντων παιδικών του ονείρων σήμερα, πως δεν πέθανε φέτος ίσως, ένας δυνατός πόνος πάλι τον χτύπησε στο στήθος. 
Δύσπνοια
Ζάλη
 Πήρε το ζεστό ακόμα χριστόψωμο και το έβαλε πάνω στο στήθος του , μήπως και η ζέστη του απαλύνει τον πόνο.
Αλλά το έμφραγμα τούτη τη φορά ήταν οξύ. Με το χριστόψωμο στο στήθος έκλεισε τα μάτια του και ξέφυγε από την άτυχη ζωή του. Που δεν ήταν άδεια. Ήταν γεμάτη από φως , από το άσβεστο φως της γνώσης, της μέγιστης χαράς που απόλαυσε, μέσα στο απέραντο σκοτάδι της αιώνιας θλίψης. Που δεν ήταν λίγη, καθώς γέμισε από τη σοφία των ανθρώπων, ένεκα των όσων του κληροδότησαν οι άνθρωποι εκείνοι που τον υπεραγάπησαν και που έφυγαν παραμονή Χριστουγέννων. Που δεν ήταν ελλιπής, όσο και αν του έλειψαν οι δικοί του και οι άλλοι άνθρωποι από γύρω του, όσο κι αν του αφαίρεσαν τόσο πολλά οι εξουσίες. Ενάντια στην στυγερή του μοίρα, η ζωή του υπήρξε πλήρης δια της γνώσεως, που δεν την πούλησε σε κανέναν, μα που την απόλαυσε πλατιά μόνος μέσα στον διάπλατο πόνο.
Έφυγε χριστουγεννιάτικα. 
Αθόρυβα έφυγε για το τίποτα, όπως αθόρυβα είχε ζήσει σχεδόν με τίποτα. Εκείνη την ημέρα, που ο Χριστός ξαναγεννήθηκε στη φάτνη των αλόγων, ο Χρήστος τελικά ξαναπέθανε στη φάτνη των ονείρων του. Όπως συνήθιζε να πεθαίνει κάθε Χριστούγεννα. Οριστικά όμως τούτη τη φορά. Πέθανε αθόρυβα, σιωπηλά, μοναχικά. Σαν ένα χαμόγελο που σβήνει στην ομίχλη. Όπως πεθαίνουν όλοι οι άξιοι αλλά ασήμαντοι Χρήστοι, στην άχρηστη τούτη κι ανόητη κοινωνία. Την Άγια Μέρα, κουλουριασμένος μες στη φάτνη των ανεκπλήρωτων ονείρων του, πέθανε ο άγιος Άνθρωπος εκείνος. Η μάνα του είχε υπακούσει τούτη τη φορά στο ποίημά του. Και του έστειλε από τα ουράνια, περηφάνεια.
Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης
Από την συλλογή διηγημάτων του με τίτλο
ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΕ ΜΝΗΜΕΣ
(Υπό έκδοση από τις εκδόσεις
ΖΑΘΕΟΝ ΠΥΡ)

ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ και ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ του Θοδωρή Γεωργάκη

ΣΑΡΑΝΤΑΡΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ

        Πάνε αρκετές δεκαετίες τώρα που ο λαϊκός πολιτισμός του έχουν παραμερισθεί και πετάχτηκαν, σαν μούτζαρο, στο καλάθι των αχρήστων, υποκατασταθέντα από νεωτερισμούς και ξενόφερτες συνήθειες, περνώντας στην λήθη και την λησμονιά όλη αυτή την αθυμωνιά του λαϊκού μας πλούτου. Τα χρόνια της άδολης αθωότητας, τα χρόνια της κοινωνικότητας και της συνταιριασμένης ζωής των κατοίκων των χωριών της Λευκάδος μπορεί να πέρασαν στην λήθη, όμως μετ’επιτάσεως αναζητούνται και σήμερα, αναπολούνται,  αναζητώντας μπούσουλα στα τόσα αδιέξοδα, που συσσώρευσε η επιδρομή μοντέρνων και μεταμοντέρνων απόψεων, συνηθειών και η καταθλιπτική μονομέρεια του αχαλίνωτου καταναλωτισμού.
        Δεκαετία του 1960.  Να πως βιώσαμε  την διαδρομή προς τα Χριστούγεννα, να πως γευθήκαμε και μεθύσαμε με το  γλυκό κρασί της ανεμελιάς, της αθωότητας, της γνήσιας φιλίας,της στερημένης αλλά πάμπλουτης σε αισθήματα παιδικής ζωής μας.
      Ξεκινώντας αυτή μας την καταγραφή των εθίμων και της παράδοσης των γιορτών του Δωδεκαημέρου, η αφετηρία τοποθετείται στα μέσα του Νοέμβρη. Η εισαγωγή στο πνεύμα και στην ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων ξεκινούσε από την ημέρα της γιορτής του Αγίου Φιλίππου, 14 Νοεμβρίου, ημέρα που αρχίζει  η νηστεία, αλλά και τα «Σαραντάρια»,  στις εκκλησίες των χωριών της Λευκάδος.  Η λέξη «Σαραντάρι» αναφέρεται στην νηστίσιμη περίοδο των σαράντα ημερών, μέχρι τα Χριστούγεννα και σε τι συνίσταται; Όλες οι οικογένειες κάθε χωριού, εκ περιτροπής, έκαναν λειτουργία στην εκκλησία υπέρ αναπαύσεως των τεθνεώντων, η λειτουργία γίνονταν τα χαράματα και η συμμετοχή των κατοίκων  ήταν σχεδόν καθολική,  αναζητώντας και στοχεύοντας στην   βιβλική ρήση: «Δικαίων ψυχαί, εν χειρί θεού και ού μη άψηται  αυτών βάσανος», για να μνημονεθούν και να συχωρεθούν οι ψυχές των  ξωμάχων της βιοπάλης και του τίμιου ιδρώτα.
            Ειδικώτερα για μας τα παιδιά, τότε, που δεν χάναμε ευκαιρία ακόμη και λατρευτικές εκδηλώσεις να τις βλέπουμε απ’ το πρίσμα της ανεμελιάς, τα «Σαραντάρια» ήταν πραγματικό πανηγύρι.  Με κεριά και αυτοσχέδιους φακούς, μέσα στις λάσπες και τα νερά του καταχείμωνου, πηγαίναμε ομαδικά στην εκκλησία. Πρόσωπα ροδαλά και σκαμμένα απ’ το αγριοκέρι, μάτια λαμπυρίζοντα και με ανείπωτη δίψα για κάθε λεπτό της ζωής, αναμέναμε καρτερικά το «Δι’ ευχών» του παπά, για να ξεχυθούμε στο προαύλιο του σχολείου, όπου μας περίμενε το ζεστό γάλα, που παρείχε τότε η πολιτεία, αγκαλιάζοντας κυριολεκτικά το αλουμινένιο κυπελλάκι, για να ζεστάνουμε τα ξυλιασμένα χέρια μας. Και μετά ατέλειωτο παιγνίδι και σκλημίδι, μέχρι την ώρα του μαθήματος, με την  βαβά  μας , στο γυρισμό στο σπίτι, να κυτάει κατ’ ευθείαν τα παπούτσια, ήταν δυσεύρετα, βλέπετε, εκείνα τα χρόνια, και να μας προτρέπει: « Να τα σπαρανιάρετε τα παπούτσια, για να σας προστελέξουν,  γιατί παδείρομε  από λεφτά, πως θα σας πάρομε  άλλα;», δηλαδή, να τα χρησιμοποιείτε με φειδώ τα παπούτσια, προκειμένου να τα έχετε, γιατί έχομε ανάγκη από λεφτά και πώς θα αγοράσουμε άλλα;  Λέξεις Λευκαδίτικες, κυρίως λατινογενείς, οι περισσότερες, σύμφωνα με τα << Λευκαδίτικα >> του Χριστόφορου Λάζαρη, λέξεις που στροβιλίζονται ακόμη στο μυαλό μας, συνδεδεμένες με μια ζωή ανέμελη και αφτιασίδωτη.
            Η πορεία προς τα Χριστούγεννα, σ’ αυτή τη ροή των εθίμων και της παράδοσης, σταματούσε την 21η Νοεμβρίου την ημέρα των Εισοδίων. Είναι η ημέρα της Παναγίας της «Μισοσπορίτισσας», ημέρα που βράζουν τα «πλειοκούκια», τα οποία είναι ένα μαγείρεμα με όλα τα γενήματα, προκειμένου να ευλογηθούν οι σπορές, που γίνονταν και να πληθύνουν τα γενήματα. Κουκιά, φασόλια, ρεβύθια, φακές, καλαμπόκι, σιτάρι, όλα μαζί  βρασμένα  ήταν το δείπνο της κάθε οικογένειας, γύρω απ’ την θαλπωρή και την ζεστασιά της γωνιάς, θαλπωρή που πολλαπλασίαζαν τα στρωμένα τσόλια και οι κεντητές πάντες στους τοίχους, με τον γέροντα παπούλη και ολόκληρη την οικογένεια γύρω απ’την φωτιά, να μας ταξιδεύει σε κόσμους ονειρικούς με παραμύθια με δράκους και βασιλοπούλες, με τον κολοβελώνη και την κοκινοσκουφίτσα,  και η παιδική φαντασία μας να ξεχύνεται πέραν απ’την γραμμή του ορίζοντα των Σταυρωτών και των Ακαρνανικών και να αναζητά άλλους κόσμους φανταστικούς και αλαργινούς.
            Έφτασαν τα Χριστούγεννα.  Στο σπίτι, την παραμονή, η μάννα, αεικίνητη, θα ξεκινήσει να φτιάξει το «Ξτοκούλουρο», (Χριστοκούλουρο), τους σταυρούς για τα αρσενικά παιδιά και τις μπαλούμπες για τα κορίτσια.  Οποία μαγεία γι’ αυτή την ιεροτελεστία! Με ανείπωτη χαρά, τα παιδιά, περιμέναμε σταυρούς και μπαλούμπες, εμπλουτισμένα με μαύρη σταφίδα και σουσάμι, ζεστοφούρνι έτοιμο, που το προσφαγίζαμε, ώστε ποτέ να μην τελειώσει. Έτοιμο και το «Ξτοκούλουρο» με τα καρύδια, τα αμύγδαλα και την σταφίδα, με όλα τα κεντίδια, που φιλοτέχνησε πάνω η μάννα, έτοιμο για να κοπεί ανήμερα των Χριστουγέννων στο τραπέζι με ειδική τελετή. Τοποθετούνταν το Ξτοκούλουρο πάνω στον μαστραπά με το κρασί, ο γέροντας, ο και αρχηγός της οικογένειας, το σταύρωνε τρείς φορές και το έκοβε σταυροειδώς ενώ όλα τα μέλη της οικογένειας ακουμπούσαν το διαμελιζόμενο Ξτοκούλουρο, σε μια αλληγορική έννοια για ενότητα στην οικογένεια, και εύχονταν τα Χρόνια Πολλά. Όμως, και το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων είχε παρόμοια «ιεροτελεστία», όταν ο παππούλης  έκοβε τον Σταυρό, ψωμί ζυμωμένο και ψημένο σε σχήμα σταυρού.
            Για τα παιδιά η παραμονή ήταν η πραγματική γιορτή! Χαράματα, με την αυτοσχέδια φάτνη, ανά χείρας, η οποία ήταν σκεπασμένη με βρύα, δύο – δύο σαμπατίζαμε ολόκληρο το χωριό με τα κάλαντα και τις φωνές. Οι πιο τολμηροί πηγαίναμε και στα διπλανά χωριά.  Το έπαθλο, κάποια πενηνταράκια, ή δεκάρες, οι οποίες, όταν ξέφευγαν απ’ τον παιδικό κουμπαρά, γινόνταν καραμέλλες και παιγνίδι κορώνες – γράμματα στα χέρια μας. Το πρωί των Χριστουγέννων ολόκληρο το χωριό ήταν στην εκκλησία,  όλοι με τα καλά τους, την καινούργια αλλαξιά, που αγόρασαν απ’ την χώρα. Για τα παιδιά, μεγάλο καμάρι το καινούργιο σακκάκι και τα καινούργια παπούτσια.
          « Τι σοί προσενέγκωμεν Χριστέ,  ότι ώφθης επί γής ,ως άνθρωπος δι’ ημάς. Έκαστον γάρ, των υπό σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν σοι  προσάγει. Οι ουρανοί τον αστέρα. Οι μάγοι του δώρα. Οι  ποιμένες το θαύμα. Η γη το σπήλαιον. Η έρημος την φάτνη. Ημείς δε Μητέρα Παρθένον…» Ίσως  ο ωραιότερος Χριστουγεννιάτικος ύμνος της εκκλησίας.  Σε ελάχιστες γραμμές ολόκληρο το νόημα των Χριστουγέννων.  Ακόμη και οι απλοϊκοί χωρικοί γνώριζαν και γνωρίζουν πάντα το νόημα τούτης της καθαρεύουσας,  που αγγίζει ψυχές, που νοηματοδοτεί ζωές, που παραμυθεί καρδιές, που εμψυχώνει τον καθένα στην πορεία προς τα δικά του Εκβάτανα.

Η ΣΤΡΟΥΝΑ, ΟΙ ΚΤΣΟΥΝΕΣ  ΚΑΙ ΤΑ  ΠΑΓΑΝΑ

            Η γιορτή της Πρωτοχρονιάς και του Αγίου Βασιλείου στα χωριά της Λευκάδος  πόρω απέχει απ’ το νεωτεριστικό κύμα των ρεβεγιόν και των σύγχρονων διασκεδάσεων. Οι χωρικοί μας αντιμετώπιζαν αυτή την ημέρα με προσοχή και σχεδόν δέος, αφού της προσέδιδαν θεμελιακό χαρακτήρα, για την ροή του νέου χρόνου που ερχόταν, περισσότερο με μυστηκισμό και λαχτάρα για το επερχόμενο άγνωστο νέο, εξόρκιζαν το κακό με εκδηλώσεις και συνήθειες ενδεείς. Κανείς, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς δεν πήγαινε στο σπίτι του άλλου, ακόμη και συγγενή, παρά μόνον αν προσκαλούνταν για «ποδαρικό»,  καμία πόρτα δεν άνοιγε σε παιδί που μοίραζε, πρωί – πρωί την Πρωτοχρονιά, τις κτσούνες (σκληροκρεμμύδες), εκτός και αν ο νεαρός ήταν της αρεσκείας του νοικοκύρη και τον θεωρούσε γούρικο. Η Πρωτοχρονιά, ως εκ τούτου, ήταν εξ ολοκλήρου ημέρα οικογενειακή. Αμέσως μετά την εκκλησία οι μεγαλύτεροι, μέσα στο σπίτι, έκαναν την καθιερωμένη στρούνα στα μικρά παιδιά. Η στρούνα, που νεωτεριστικότερα αποκαλείται μποναμάς, ήταν μικρό χρηματικό δώρο στα παιδιά, που με λαχτάρα προσδοκούσαν, αφού κατά κανόνα, διαχειριζόνταν αυτά τα λιγοστά χρήματα, όπως ήθελαν.
            Η συνήθεια με τις κτσούνες έρχεται απ’ τα χρόνια της αρχαιότητας και έχει ιδιαίτερο συμβολισμό. Αυτό το συγκεκριμένο φυτό, η σκληροκρεμμύδα, έχει την ιδιότητα, λόγω του ογκώδους βολβού του, να διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα και εκτός εδάφους, ενώ ριζώνει αυτόματα, όπου φυτευθεί. Οι κτσούνες τοποθετούνταν την Πρωτοχρονιά σχεδόν σε όλα τα μέρη του σπιτιού, μα κυρίως στα βαρέλια με το κρασί, στα δεπόζιτα με το λάδι και στα σακιά με τα γεννήματα. Είχε αυτόν ακριβώς τον συμβολισμό, να ριζώσουν και αυτά να διατηρηθούν σαν τις κτσούνες, ώστε να αποκτά ποσέσο η οικογένεια σε κάθε αντιξοότητα, σε κάθε δύσκολη στιγμή, όταν με μια μπούγλα λάδι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν κάθε οικονομική δυσκολία, να γιατρευτούν, να κάνουν τα ψώνια απ’ την χώρα, να αγοράσουν ρούχα και παπούτσια των παιδιών, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Μια λεπτομέρεια που πρέπει να επισημανθεί.  Η κτσούνα πρέπει να ξεριζώνεται και με τεμάχια απ’ τις ρίζες, αυτές συμβολίζουν το «ρίζωμα», χωρίς ρίζες κανείς δεν τις δεχόνταν στο σπίτι του.  
          Το χάραμα της Πρωτοχρονιάς, ο παππούς της κάθε οικογένειας, βγαίνοντας στην αυλή του σπιτιού και αντικρύζοντας τα γύρω βουνά, τα Ακαρνανικά, τα Σταυρωτά, την Ελάτη, τους Σκάρους και τα βουνά της Ηπείρου, ήταν η πρώτη… ζωντανή συνάντηση που ήθελε να έχει, πριν δει άνθρωπο, γι’ αυτό και τραγουδούσε:  «Καλημέρα σας βουνά και καλή Πρωτοχρονιά. Να ζείτε αιώνια βουνά
να βλέπετε κάθε γενιά»
. Είναι αυτή η επίκληση της άνωθεν δύναμης, για υγεία και προκοπή, που μόνο η αιωνιότητα των βουνών μπορεί να εκφράσει, σιωπηλοί, μάρτυρες στο πέρασμα των γενεών.
            Το Πρωτοχρονιάτικο Λευκαδίτικο μεσημεριανό τραπέζι, όπως και το Χριστουγεννιάτικο,  είχε  κύριο φαγητό την μανέστρα, από κόκορα ή τράγιο κρέας.  Στο τέλος του  φαγητού  γινόταν  το κόψιμο της βασιλόπιττας.  Η βασιλόπιττα ήταν και είναι στην Λευκάδα η λαδόπιττα, την οποία ανταμικά οι γυναίκες της γειτονιάς έφτιαχναν και έψηναν στον φούρνο. Ο παππούλης, αφού σταυρώσει τρείς φορές το ταψί με την πίττα, κόβει τα φελιά και μοιράζει σε καθέναν το δικό του, με ευχές για υγεία και Χρόνια Πολλά, ενώ, στο τέλος του τραπεζιού, η γριά βαβά θα φέρει κυδώνια, ρόδια, απίδια χειμωνιάτικα και σταφύλια κορύθια,  που διατήρησε κρεμασμένα  ανά δύο στα ματέρια του σπιτιού, ή ξεραμένη στον ήλιο μουστόπιττα και τζούκια, τα οποία φύλαγε επιμελώς, απ’τις παιδικές μας …επιδρομές.
            Οι γιορτές του Δωδεκαημέρου κλείνουν με τα Φώτα. Την παραμονή των Φώτων, ημέρα του Σταυρού, ο παππάς  περνάει και αγιάζει όλα τα σπίτια του χωριού.  Ξημερώνοντας του Σταυρού, οι νοικοκυρές, θαμπά και πριν βγει ο ήλιος, καθαρίζουν την γωνιά του σπιτιού και την στάχτη την ρίχνουν στα τέσσερα τσούπια (γωνίες) του σπιτιού, για να φύγουν τα παγανά. Τα παγανά,  κατά την  παράδοση, είναι τα κακά πνεύματα, που απελευθερώνονται απ’ τον Άδη, στην έναρξη της σαρανταήμερης νηστείας των Χριστουγέννων, και επιστρέφουν την παραμονή των Φώτων… τραγουδώντας μάλιστα: «Πάμτε να φεύγουμε, γιατί έρχεται ο τρελόπαπας με την αγιαστούρα». Αυτή η περιοδεία του παππά του χωριού και ο αγιασμός των πιστών αποδιώκει τα κακά πνεύματα και προετοιμάζει τους χωριανούς να δεχθούν τον φωτισμό των Φώτων. Kατά τον αγιασμό των υδάτων, όλοι οι χωρικοί θα πάρουν τον αγιασμό και θα ραντίσουν, ψάλλοντας το «εν Ιορδάνη», όλα τα μέρη του σπιτιού, τα βαένια με το κρασί, τα δεπόζιτα με το λάδι, το αχούρι με τα ζώα, αλλά και τα κτήματα, με την ενδόμυχη ευχή και αναμονή να αυγατίσουν και να προκόψουν.
           Και η ζωή του Λευκαδίτη ξωμάχου, μετά το πέρας των εορτών του Δωδεκαημέρου, θα συνεχισθεί, πάντα πάνω στο ίδιο καμβά του τίμιου ιδρώτα, της ακατάπαυστης πάλης με την μητέρα γή, της αέναης βιοπάλης με τις αντιξοότητες και τις κακουχίες, για το έρμο το ψωμί, όπως χαρακτηριστικά διατράνωσε ο μοναδικός Αριστοτέλης Βαλαωρίτης...

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Α ΡΕ ΒΟΥΛΤΕΨΗ ΣΟΦΙΑ!!!

9 Δεκέμβρη 2014
7.30πμ στην πρωινή εκπομπή του ΑΝΤΕΝΝΑ μιλάει η απίστευτη Κεφαλονίτισσα Σοφία Βούλτεψη που είναι κυβερνητική εκπρόσωπος
Λέει λοιπόν στον δημοσιογράφο Παπαδάκη ότι :
''δεν υπάρχει πιθανότητα να βγάλει σήμερα,διάγγελμα ο πρωθυπουργός και να ανακοινώσει το όνομα του υποψηφίου για την προεδρία της Δημοκρατίας''
Μετά από ελάχιστες ώρες ο πρωθυπουργός σε διάγγελμά του!!!
ανακοινώνει ότι υποψήφιος πρόεδρος θα είναι ο Στ.Δήμας
Αστο χρυσή μου Σοφία καλύτερα!
Μην αυτοξεφτυλίζεσαι άλλο!
Παραιτήσου και ασχολήσου με τα οικιακά!
Μπορεί όλη η κυβέρνηση να είναι για  κλάματα,αλλά εσύ ξεπέρασες τους πάντες!
Κοντεύεις να ξεπεράσεις και εκείνον τον ανεκδιήγητο περιφερειάρχη τον Σπύρου τον Κερκυραίο,που έμαθε για τον καταστρεπτικό σεισμό του Ληξουρίου τον Φεβρουάριο του 2014,κατά την διάρκεια τηλεοπτικής συνέντευξης του στο 
Ε TV όπου ανάλυε την κατάσταση 2,5 ώρες αργότερα!

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Η ΙΘΑΚΗ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΖΗΣΑ

Η ομάδα αλληλεγγύης ''χέρι-χέρι'' της Πάτρας,είχε την πρωτοβουλία μετά από πρόταση της 
Βιβής Παξινού να επισκεφτεί το νησί , με μια ομάδα εθελοντών γιατρών από την πόλη μας και να εξετάσουν κατοίκους της Ιθάκης.Οφείλω να ευχαριστήσω τους κατοίκους του νησιού που εξασφάλισαν την διαμονή μας,την μεταφορά μας από το λιμάνι του Αστακού στο νησί και την διατροφή μας.
Είχα την τιμή να είμαι και εγώ ανάμεσα τους.
Την πρώτη εξέταση-έκτακτο περιστατικό- την έκανα αμέσως μόλις έφτασα στο Βαθύ στις 5 Δεκεμβρίου 2014 το βράδυ.
Την επομένη όλοι μαζί οι γιατροί εξετάσαμε στο φιλόξενο Κέντρο Υγείας.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας μιλήσαμε στο Πνευματικό Κέντρο της πόλης.
Στην  ομιλία μου τόνισα κατ'αρχήν ότι η δική μου θεώρηση για την επίσκεψη αυτή είναι ότι δεν αποτελεί τιμή,αλλά ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ενός Ελληνα πολίτη,που όμως έχει καταγωγή από την Πύλαρο από την μεριά του παππού του και κυρίως από το Κιόνι από την μεριά της γιαγιάς του Μαριγώς το γένος Παϊζη.
Τόνισα ακόμα ότι είναι θλιβερό να επισκέπτεται εθελοντική ομάδα γιατρών την Ιθάκη,την χρονιά που γιορτάσαμε τα 150 χρόνια της Ενωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα,όταν αυτά ακριβώς τα νησιά τροφοδότησαν με τους καθηγητές τους, την Ιατρική Σχολή Αθηνών,μετά το κλείσιμο της Ιονίου Ακαδημίας στην Κέρκυρα.
Οσον αφορά το αμιγώς ιατρικό μέρος της ομιλίας μου, αναφέρθηκα στην ανάγκη ετήσιας εξέτασης του παιδιού από παιδίατρο για την παρακολούθηση της σωστής ανάπτυξης του και κυρίως του σοβαρού προβλήματος της παχυσαρκίας που ταλανίζει μεγάλο ποσοστό παιδιών σήμερα.Δεν επισκεπτόμαστε τον παιδίατρο μόνο με την ευκαιρία ενός προβλήματος,αλλά και προληπτικά!
Τόνισα ακόμα την αναγκαιότητα τήρησης του εμβολιαστικού προγράμματος.
Στην συνέχεια αναφέρθηκα στο θέμα του πυρετού και την ψύχραιμη αντιμετώπιση του.
Η πλέον επικίνδυνη ηλικιακή ομάδα είναι από μηδέν έως τριών μηνών και χρήζει άμεσης ιατρικής αντιμετώπισης όταν εμφανίζεται πυρετός.
Αλλη ομάδα που χρήζει προσοχής είναι τα παιδιά με ιστορικό πυρετικών σπασμών ή με ιστορικό σπασμών σε συγγενικά τους πρόσωπα.
Τέλος έκλεισα την ομιλία μου τονίζοντας στους Θιακούς συμπατριώτες μου ότι εκτός από την κριτική που ασκούμε στους κυβερνώντες και δικαίως το κάνουμε, να έχουμε υπ'όψη μας πάντα ότι η Πατρίδα μας δεν μας χρωστάει,εμείς πρέπει να την βοηθάμε με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας μας!

                      Γρηγόρης Κων. Μαρκέτος

                          παιδίατρος
                      αναπληρωτής διευθυντής ΠΕΔΥ
                          Ανω Πόλεως Πατρών
                            

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

ΚΑΤΟΥ ΒΡΥΣΗ του Διονύση Μαρίνου

Σημείο αναφοράς και συνάντησης ανθρώπων και ζώων που έπιναν νερό ή έφερναν το μπόγο με τα ρούχα για να πλύνουν, υπήρξε για πολλά χρόνια η " Κάτου βρύση" λίγο πιο κάτω από το Ανεμογδούρι στο λόφο με τσι ντόπιες και τσι αμυγδαλιές στο Ανω Γερακαρίο Ζακύνθου.
Αν είχε λόγο θα λεγε πολλά ,για όνειρα και αγάπες , θαμμένα μυστικά , πολυτραγουδισμένη και ζωγραφισμένη ακόμα και από τον Αρχιδούκα της Αυστρίας Λουδοβίκο Σαλβατόρ το 1900 στέκει εκεί με τσι γούρνες στεγνές περιμένοντας κάτι .........έτσι , για να θυμίζει την ιστορία της.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ του Γεωργίου Σκλαβούνου

Μνήμη και Τιμή στον Λορέντζο Μαβίλη: Τον Ευλογημένο του Απόλλωνα και του Δίκαιου Άρη.


► Στην αναζήτηση προτύπων πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας.
► Μια ζωντανή απάντηση στα στερεότυπα του Νιόνιου και του Φραγκολεβαντίνου ως χαρακτηριστικών της Επτανησιακής ταυτότητας.
                   Γράφτηκε με αφορμή την επέτειο του θανάτου του(28/11/1912)και τα 150 χρόνια από τη γέννηση του.
                                                               Του Γιώργου Σκλαβούνου٭

Βιογραφικά στοιχεία
Από πλευράς αγωγής και καταγωγής τον ευνόησε η Μοίρα. Πρέσβης της Ισπανίας ο παππούς του, στην Κων/λη. Η γιαγιά του από την ιστορική οικογένεια Δούσμανη. Ο πατέρας του (δικαστικός), η μητέρα του η Ιωάννα Καποδίστρια-Σούφη, ανιψιά του Κυβερνήτη και θεία του Πρωθυπουργού Θεοτόκη.
Ο Λ. Μαβίλης γεννήθηκε στην Ιθάκη (7/9/1860) και ήλθε στην Κέρκυρα στα 15 του χρόνια. Στην Κέρκυρα έρχεται στα 1875 και σύντομα του αναγνωρίζεται το δικαίωμα να συμμετέχει (παρά το νεαρό της ηλικίας του) στον πνευματικό Κύκλο του Πολυλά, στην οργανωμένη ομάδα των κληρονόμων του Σολωμού. Των κληρονόμων του ιδεώδους του εθνικού Δημοκρατικού Δημοτικισμού.
Η είσοδος του, στον κύκλο των εκλεχτών, δεν του χαρίστηκε λόγω οικογενειακής καταγωγής. Οφείλεται στην εκ μέρους του Γυμνασιάρχη του, Ι. Ρωμανού, αναγνώριση των δυνατοτήτων του νέου, μετά από ανάγνωση ελεγείου του, αφιερωμένου στον θάνατο του Κανάρη.
Μετά από ένα χρόνο σπουδών, στην Φιλοσοφική των Αθηνών, φεύγει για μια μακρόχρονη (11 χρόνια) περιπετειώδη φοιτητική ζωή στη Γερμανία, περιπετειώδη σε όλα τα επίπεδα φιλοσοφικά, πνευματικά, κοινωνικά.
Κατά τον βιογράφο του Μ. Περάνθη «είναι ιπποτικός στους κινδύνους, ανθεκτικός στην μπυροποσία, ψύχραιμος στις μονομαχίες, αυστηρός στο πρωτόκολλο, επιδέξιος στο σκάκι.
Λύνει τα δυσκολότερα προβλήματα σκακιού που δημοσιεύουν οι Αγγλικές επιθεωρήσεις, έρχεται έβδομος σε παν-Γερμανικό διαγωνισμό... Η μνήμη του και η προσοχή του είναι, λένε, τόσο απέραντες, που μπορεί να κουβεντιάζει σ' εφτά συγχρόνως ανθρώπους χωρίς να λαθεύει στο παίξιμο του»...
Μιλάει άψογα 6 γλώσσες, Ελληνικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Αγγλικά. Είναι ωραίος σαν αρχάγγελος. Οι Γερμανίδες τον αποκαλούν «ο νέος Απόλλων».
Φιλοσοφικές αναζητήσεις:
Περισσότερο από τις σπουδές τον απασχολεί η γενικότερη και βαθύτερη παιδεία, το καταστάλαγμα σε μια φιλοσοφία ζωής, ικανή να προσφέρει νόημα, περιεχόμενο, σκοπό, αληθινή γνώση, της ίδιας της ζωής.
 Για να προσεγγίσει τον κόσμο, να κοιτάξει, να γνωρίσει τον κόσμο και τον κόσμο του, και μέσα από την Ινδική φιλοσοφία, στη Γερμανία μαθαίνει και τα Σανσκριτικά. Στην αναζήτηση απαντήσεων στα υπαρξιακά του και πανανθρώπινα ερωτήματα, τα μεγάλα ηθικά διλήμματα, δεν αρνείται αλλά και δεν αρκείται στις απαντήσεις του καιρού του και του τόπου του, της παράδοσης του. Ότι μπορεί να του προσφέρει η Δύση και η Ανατολή θα το εξαντλήσει.

Οι φιλοσοφικές σχολές που μελετάει δεν λειτουργούν γι' αυτόν ούτε ως καταφύγιο, ούτε ως βάλσαμο. ούτε ως αφιόνι. Ως εναλλακτικά μονοπάτια στην κατανόηση του κόσμου, και των συνανθρώπων του, στην αναζήτηση της αλήθειας αξιοποιούνται.
Δεν φιλοδόξησε να γίνει ούτε αρχηγός, ούτε προφήτης, ούτε κατάντησε οπαδός. Με τον εαυτό του αναμετρήθηκε και με την Τέχνη, μπροστά στη ζωή και το θάνατο.
Στην ποίηση (όπως και στη Ζωή) διάλεξε τον δικό του και τον πιο δύσκολο κατά ειδικούς δρόμο, διάλεξε το Σονέτο. Με το Σονέτο δεν σμιλεύει μόνο τον στίχο, δεν ασκείται στο μέτρο, στη μουσική, στην αρμονία, γιατί όπως για το σύνολο της Κερκυραϊκής Σχολής «η Τέχνη δεν ήταν μόνο ζήτημα ομορφιάς αλλά και ηθικής». Κατά γενική αναγνώριση «ο ποιητής επεξεργαζόταν τους στίχους του μέχρι σχολαστικότητας, επιδιώκοντας κατά το παράδειγμα του εθνικού ποιητή, την τελειότητα»...
Με την ποίηση του ο Μαβίλης σμιλεύει την εσωτερική του ακεραιότητα, καθαρότητα, ομορφιά.




Οι στίχοι του, όπως μας λέει ο ίδιος


« της ζωής μου ακριβό κρυφό καμάρι,
από καθάριο βγαίνεται ζυμάρι
κι είσαστε γεννημένοι όχι όπως τύχει.
Δεν κελαηδείτε ανούσιοι κι άνοστοι ήχοι
σαν τραγούδια ελαφρόμυαλου ερωτιάρη,
μα κι ούτε παρατάτε το συρτάρι
να βρείτε αγοραστή τόσο τον πήχη.
Γιατί είσαστε ψυχούλες και κορμάκια
των πόθων και των πόνων μου, που πλήθεια
πικρά μ' εσυχνοπότισαν φαρμάκια.
Είδωλα είναι οι χαρές, καημός
η αλήθεια κι αλήθεια είναι η ζωή. Μα τι με μέλει.
Θωρώ εσάς κι ο καημός γίνεται μέλι».

Με την Ποίηση ασκείται ο Μαβίλης. Ασκεί την ικανότητα εις το να μετέχει
της Ομορφιάς. Όπως μας αποκαλύπτει στο Σονέτο του, Μουσική
«Εις την γλυκιά της νύχτας ήσυχη ηρεμία ενώ λαμποκοπούν τ' αστέρια
μαγεμένα τ' αέρι παίρνει απ' τους άνθους την ευωδία και τα νερά μιλούν
ερωτευμένα. Τότε αγκαλιάζω αν αγροικώ την αρμονία όπ' τ' αηδόνια χύνουν...
Κι ευτύχημ' άλλ' ο νους μου δεν επιθυμάει... τέτοια αρμονία που τα πάθη όλα
νικάει..!!»
Και επανέρχεται σε Σονέτα όπως το Χαραυγή (1899), έρμονες (1903) με μια ποίηση που δεν είναι απλοϊκά φυσιολατρική, αλλά είναι ενδεικτική μιας βαθύτερης σχέσης του ποιητή με την Ομορφιά της φύσης κι ό,τι αυτή μπορεί να εμπνέει και να αποκαλύπτει...
Στης Χαραυγής το ροδόβαμα βλέπει ο ποιητής την απάρθενη θάλασσα να φουσκώνει «σαν γλυκοανασασμός πάναγνης νιότης... βλέπει τη γης ν' ασκώνει την καταχνιά της για να μας φανερώσει την αιώνια ομορφιά της, άγγιχτη, αφίλητη, αθώρητη. Βλέπει την ψυχή ν' αναγαλλιάζει ερωτευμένη σαν άγριος κρίνος π' αφήνεται ν' ανοίξει μπροστά στην άπειρη ομορφιά...>
Στο Σονέτο Έρμονες μας καλεί να μυηθούμε στην επικοινωνία με τη γη και τα μυστήρια της. «Έχ' η γη γλύκες που άλλη δεν αισθάνθη ψυχή παρά η φιλέρημη, η ανυφάντρα των υπέργειων ονείρων, και μες τ' άνθη του ίσκιου, στο έμπα από τ' απόκρυφ' άντρα το μυστήριο απαλά την αγκαλιάζει- γίνετ' ένα μ' αυτό κι αναγαλλιάζει.>
Πέρα απ' τη Δόξα, τη Δύναμη και τον Πλούτο
Η δόξα, η δύναμη και ο πλούτος ,δεν έχουν θέση στην ιεράρχηση των αξιών και των αναγκών του.
Ξέρει καλά πως «Σαν η ψυχή δόξας φορεί στεφάνια και για πλούτη ή για δύναμη φουσκώνει, ενάντιο λόγο ή νόημα δεν σηκώνει, συχώριο δεν γνωρίζει η περηφάνια». (Απ' το Σονέτο Άνθρωπος).
Πέρα κι απτ' τον φόβο του θανάτου, τη Ματαιοδοξία και την απαισιοδοξία:
Αφού «και τ' άδολο της Γνώσης ανάμα» κοινώνησε και την χάρη «της φώτισης του Ωραίου» δέχθηκε, πέρασε κι απ' το έσχατο φόβο του θανάτου που γεύτηκε στα νιάτα του, την απαισιοδοξία, αλλά και την ματαιοδοξία.
Αν δεν είχε ποτιστεί απ' της Γνώσης τ' άδολο ανάμα και δεν είχε ζήσει του Ωραίου την Φώτιση, δεν θα τ' αναγνώριζε στους άλλους, όπως τ' αναγνώρισε στον Νίκο Κογεβίνα. (Βλέπε ομώνυμο Σονέτο).
Το πέρασμα του απ' το φόβο του θανάτου, την Σκύλα και τη Χάρυβδη της απαισιοδοξίας και της ματαιοδοξίας κι ακόμα, το ανέβασμα του πάνω από μια Ινδική Νιρβάνεια αταραξία, σ' έναν Ελληνικότατο Όλυμπο, πιστεύω μας το κληροδοτεί στην ποίηση του, όπως θα δούμε, αλλά και το αποπνέει η ύπαρξη του, όπως κάποιες περιγραφές που θα παραθέσουμε μαρτυρούν.
Στο Σονέτο «Ψυχοφίλημα» (1896).
Σ' έναν παράλληλο, αλλά διαφορετικό τρόπο, απ' εκείνον του Κάλβου, εις
την Ωδήν εις Θάνατον μοιράζεται μαζί μας το ξαναγέννημά του σε μια νέα
Ζωή. Μοιράζεται μαζί μας το ξεπέρασμα απ' τους Λεστρηγόνες και τους
Κύκλωπες που η ψυχή του, έστηνε εμπρός του, κι ακόμα την δυνατότητα
μετοχής σ' αυτό που ονομάζει πανάχραντο μεθύσι».
.. .Πέρασε η μαύρη νύχτα κι άγρια μπόρα1 άνθι και συ μικρό μες του μεγάλου κόσμου το περιβόλι, άνοιξε τώρα. Δεν ήξερε η ψυχή μου να ψιλήσετ τώρα ξέρει. - Ώ πανάχραντο μεθύσι!

Μόνον ένας άνθρωπος που έζησε βαθύτατα την απαισιοδοξία, την υπαρξιακή αγωνία μπορεί να περιγράψει και την έξοδο απ' αυτήν με τέτοια ομορφιά, καθαρότητα και δύναμη.
Μια γεύση από το βάθος της απαισιοδοξίας απ' όπου πέρασε παίρνουμε από ποιήματα όπως
ελπίδες που στα νιάτα

...πουν' τώρα η Μούσα, ω Μοίρα,
που τρέμοντας αγκάλιαζα;
Γιατί να σπάσει η λύρα
που κρούοντας αγκάλιαζα
στης ομορφιάς τη θύρα;. Φιλία πέταξες κι εσύ
... "Σαβανωμένη ομορφιά σ' έφαε του κόσμου η φαρμακίλα θα ηχούν οι στίχοι μου ως καρφιά μέσα στης κάσας σου τα ξύλα».

...Τα Μυστικά τ' αγνώστου
«Οι ελπίδες μου όλες εσβησθήκαν πάει! Οι χρυσόφτερες φΰγαν φαντασίες μόνον αυτός ο πόθος θα με φάει που 'βαλαν οι Ερινύες στα φρενιασμένα του νοός μου βάθη, για να'ναι ο δαίμονας του κι ο θεός του: Όλο το εγώ μου λαχταρεί να μάθει τα μυστικά του αγνώστου».



Η αύρα του Μαβίλη
Καρπός της συνεχούς, της αδιάκοπης αισθητικής, της ψυχικής, της πνευματικής του καλλιέργειας, υπήρξε το πέρασμα του σε ένα επίπεδο ύπαρξης και συνείδησης που αποτυπώνονται ολοκάθαρα στην έκφραση του προσώπου του, στην εντύπωση που προκαλεί η παρουσία του.
Δεν είναι καθόλου τυχαίες ούτε «λογοτεχνικές» οι περιγραφές που αναφέρονται στα χαρακτηριστικά της ύπαρξης κι, όχι της ποίησης του.
Αξίζει να παραθέσουμε τις περιγραφές της Σοφίας Αλιμπέρτη, του φίλου του Πανταζόπουλου και του Κ. Βάρναλη.
«Έτσι τον γνωρίσαμε, την ώρα του τρυφερού μυστικισμού, όταν ανάβουν τα φώτα μες στο σαλόνι, όπου μας αντίκριζε από τον τοίχο, η αυστηρή μορφή του Πολυλά.
Τα μάτια του και n βαθιά του προσώπου του γαλήνη, μας έκαναν εντύπωση. Σπάνια μας έτυχε να δούμε μάτια γαλανά σαν του Μαβίλη. Είχαν το χρώμα τ' ουρανού μιας ωραίας ημέρας... Το ολύμπιο κεφάλι στέρεο απάνω στο δρύινο κορμί του- και στο πρόσωπο του με τ' αδρά χαρακτηριστικά και τα χρυσόξανθα γένια βασίλευε ατάραχη στοχαστική γαλήνη.>>
Ο Πανταζόπουλος: «ένα ωραίο Φως εξήρχετο από την ύπαρξη του και εφώτιζε και εξευγένιζε.>>
Ο Κώστας Βάρναλης: «Τόνε γνώρισα στα 1910. Στα πρώτα γραφεία του εκπαιδευτικού Ομίλου, σ' ένα μισουπόγειο της οδού Εδ. Λω. Ένα τραπέζι, ένας καναπές, λίγες καρέκλες και πολλή αγωνιστική έξαψη μέχρις αποστολισμού. Εκεί ήτανε ο Ρώμας, ο Ίωνας Δραγούμης, ο Καζαντζάκης. Ο Καζαντζάκης βεβαίωνε πως άμα γίνει 33 χρονών {την ηλικία του Ιησού Χριστού) και δεν έχει ως τότε δημιουργήσει δικιά του θρησκεία, θ' αποτραβηχτεί σε μια βουνοκορφή για να σιγήσει εκεί μέχρι θανάτου (δε βάσταξε το λόγο του). Ο Δραγούμης με το μονόκλ στο μάτι, καθότανε απάνω σε μια γωνιά του τραπεζιού και κουνούσε, με ύφος ανθρώπου που δεν τόνε τρομάζει τίποτα, τα κρεμασμένα του ποδάρια.
Ο Ρώμας, χαμογελώντας συγκαταβατικά, κύταε τους άλλους με το βλέμμα της ανώτερης φιλοσοφικής εποπτείας των εγκόσμιων. Κι ο Μαβίλης, ξαπλωμένος στον καναπέ μ' αρχοντικήν άνεση, μιλούσε πολύ σιγά, σαν να μην ήθελε να τον ακούσουνε: έκανε την κριτική μερικών δεκατρισύλλαβων και εξάμετρων του Παλαμά από τη ρυθμική τους άποψη.
«Ο Μαβίλης ωστόσο σκέπαζε όλους τους άλλους όχι μονάχα με τις Φυσικές του διαστάσεις παρά και με τις ψυχικές υε το ήθος του και με τη λογοτεχνική του αξία». (Κ. Βάρναλη: Λορέντσος Μαβίλης, εφ. Πρωία, 12 Ιουλίου 1937. Επίσης στον τόμο «Ζωντανοί άνθρωποι», Αθήνα, 1939).
«Από όλο το είναι του αναδινόταν μια ιεροπρεπής ηθική επιβολή, που μιλούσε βαθιά σ' όλους τους συμπολεμιστές του» (Ν. Καρβούνη, Ο Ιερουργός και στρατιώτης του χρέους Εφ. Πρωία, 29.11.1937).
Γαριβαλδινός - Ερυθροχίτων - Αριστοκράτης:
Ιερουργό και στρατιώτη του χρέους, θα τον αποκαλέσει ο Ν. Καρβούνης, που τον συνάντησε την εκστρατεία στην Ήπειρο.
 Περίμενε κι ετοιμαζότανε ο Μαβίλης για τη συμμετοχή του στους Βαλκανικούς. Ο A.M. Ανδρεάδης (στο έργο του I. Πολυλάς, Λ. Μαβίλης) αναφέρει:
<<Οι πεζοπορίες του απ' άκρη σ' άκρη του νησιού, την καρδιά του καλοκαιριού, σκόπευαν να του «ξαναδώσουν ό,τι άρχισε να στερεί η ηλικία του. Έτοιμος περισσότερο παρά ποτέ στο εθνικό προσκλητήριο...>>
Όμως η κλάση του δεν συμπεριλαμβάνεται στην επιστράτευση. Ο Μαβίλης ζητάει να καταταχθεί ως εθελοντής απλός στρατιώτης στον τακτικό στρατό. Του το αρνούνται
...
«Χρήματα δεν έχει να συγκροτήσει
δική ένοπλη ομάδα όπως το 1897».
Το αντάρτικο σώμα που προσπάθησε να φτιάξει ο Σπυρομήλιος και στο οποίο θα συμμετείχε, τελικά δεν συγκροτείται.
Η μοίρα του το' θελε να πεθάνει φορώντας το κόκκινο αμπέχονο των Γαριβαλδινών και την σάλπιγγα της λαϊκής Ελευθερίας κεντημένη στο περιλαίμιό του.
Αφού έμαθε ότι ο Αλέξανδρος Ρώμας συγκέντρωνε εθελοντές θανάτου για Γαριβαλδινό σώμα, με συμμετοχή Ιταλών φιλελλήνων εθελοντών, υπό την ηγεσία του Ριτσιότι Γαριβάλδι, συνεργάζεται μαζί του. Σ' αυτό το σώμα ο Μαβίλης ανέλαβε την διοίκηση του 6ου λόχου.
Για τον πολιτικό Μαβίλη, τον Δημοτικιστική Μαβίλη, τον Μαβίλη των εξαίρετων μεταφράσεων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αξίζει να επανέλθουμε.
Αρκεί να κρατήσουμε στη μνήμη, μέχρι να μας δοθεί η ευκαιρία να επανέλθουμε, ότι ο Μαβίλης υπήρξε ο ηρωικότερος και ωραιότερος εκφραστής του κινήματος του εθνικού Δημοκρατικού Δημοτικισμού.
Δυο λόγια ίσως απαιτούνται ως επίλογος για τον πατριδολάτρη αγωνιστή, τον εραστή της ομορφιάς και της ελευθερίας.
Όταν ο Παύλος Μελάς ιδρύει στα 1896 παράρτημα της Εθνικής Εταιρείας στην Κέρκυρα, ο Μαβίλης «γίνεται πρόεδρος ενός από τα πέντε τμήματα της... εργάζεται όμως σαν να είναι ο γενικός αρχηγός»...
Με την Κρητική επανάσταση θα βρεθεί στη Μεγαλόνησο απ' όπου επιστρέφει στις 26 Αυγούστου 1896.
Στα 1897 ξανά ως η ηγετική μορφή της Εθνικής Εταιρίας στην Κέρκυρα σχηματίζει δική του ομάδα 70 ανδρών, με δικά του έξοδα για να πολεμήσουν για την απελευθέρωση της Ηπείρου. Σ' αυτήν την εκστρατεία σκοτώθηκε και Εγγλέζος εθελοντής Κλέμενς Χάρρις στον οποίο ο Μαβίλης αφιέρωσε το θαυμάσιο ομώνυμο Σονέτο του. Ένα σονέτο προφητικό και για το δικό του θάνατο.
Στα 1912 ξανά εθελοντής όπως περιγράψαμε προηγουμένως, στο τάγμα θανάτου, των Γαριβαλδινών.
Στις 25/11/1912 αναχωρεί ο Μαβίλης, με την εμπροσθοφυλακή, για το Μέτωπο ,υπό την ηγεσία του Ρώμα. Στα ονόματα που βρίσκονται δίπλα του διαβάζουμε Γερακάρης, Δομενεγίνης, Αλεξάκης.
Η Ασπασία Χαλκοκονδύλη που της αρνήθηκαν να τους ακολουθήσει καταγράφει  το  αποχαιρετιστήριο  χειροφίλημα...  Τα  άσπρα γένια, τα ταξιδεμένα μάτια, το περίεργο χαμόγελο και μετά το «Αντίο κυρά μου, και στα χέρια σας λαβωμένος...»
Όταν πλησιάζουν στον προορισμό τους και πρέπει να περάσουν τον φουσκωμένο παραπόταμο του Άραχθου, Μπαλντουμά, ο Μαβίλης αρνείται να περάσει μ' άλογο. Περνάει επικεφαλής του λόχου του, πεζός, μέχρι τη μέση στο νερό...
Η τελευταία μάχη.
28 Νοεμβρίου η εχθρική επίθεση αρχίζει.
... Ο Μαβίλης όρθιος με το πιστόλι στο χέρι, αναχαιτίζει την προσπάθεια τους να υπερκεράσουν τα αριστερα. Οι Τούρκοι είναι αποφασισμένοι να ανα- καταλάβουν οπωσδήποτε τον Δρίσκο...
Οι Γαριβαλδινοί αποδεκατίζονται... Ο Βραχνός σκοτώνεται. Ο Μπαρδόπουλος πληγώνεται, ένας αγγελιοφόρος που έδινε το σημείωμα του, πέφτει νεκρός. Έχουν σκοτωθεί πέντε αξιωματικοί και τραυματίστηκαν δεκατρείς. Είκοσι τέσσερα κανόνια και άλλα τόσα μυδράλια τους βάλλουν.
 Ο Ρώμας, υπερασπιζόμενος το μοναδικό τους κανόνι, ανδραγαθεί με το περίστροφο στο χέρι, αλλά τραυματίζεται... Ο Μαβίλης εξακολουθεί όρθιος με το περίστροφο στο χέρι. Πέφτουν ακόμα οι σύντροφοι του Μαβίλη Γερακάρης και Τοπάζης. Ο Μαβίλης επιμένει, περνάει όρθιος από διμοιρία σε διμοιρία, δίνει διαταγές...


Ο θάνατος
Το πρώτο βόλι περνάει από μάγουλο σε μάγουλο. Παραμένει όρθιος, παραδίδει τον λόχο του και προχωράει έφιππος προς το Νοσοκομείο. Η δεύτερη  σφαίρα του τρυπάει την καρωτίδα,  ξεπεζεύει, αποχαιρετάει στρατιωτικά τον Ρώμα, ο Γαριβάλδης παρών τον αποχαιρετάει στρατιωτικά. Ο Μαβίλης δεν μπορεί να μιλήσει... ζητάει να γράψει... Δεν προφταίνει ούτε να γράψει τα τελευταία του λόγια...


Πατριδολάτρης και οικουμενικός
Αυτός ο πολεμιστής, στην πορεία προς το Δρίσκο μπροστά στη μαγεία της φύσης όπως μαρτυρούν οι συμπολεμιστές σε μια στιγμή κοντοστάθηκε και μονολογεί: «Τι χαρά Θεού. Κι ωστόσο εμείς πάμε να σκοτώσουμε ανθρώπους».
Ο πόλεμος δεν ήτανε χαρά, ήτανε χρέος, για τον Μαβίλη, ήτανε το κόστος για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία.


٭Ο Γ. Ι. Σκλαβούνος είναι πρόεδρος του κέντρου UNESCO του Ιονίου